Τετάρτη, Φεβρουαρίου 28, 2018

Καλλιέργεια κάνναβης υπό όρους για ιατρική χρήση

Το 1970 η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα θέσπισε τον Κανονισμό 1308/70 «περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα του λινού και της κάνναβης». Από τότε θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ σειρά ευρωπαϊκών Κανονισμών για την κλωστική κάνναβη (cannabis sativa), καθώς και για την χορήγηση ενίσχυσης της παραγωγής της ανά στρέμμα.
Όταν η Ελλάδα προσχώρησε στην ΕΟΚ το 1979 υπήρχε ήδη η σχετική νομοθεσία.
Την δεκαετία του 1990 εμφανίστηκαν τα πρώτα καταστήματα πώλησης προϊόντων κλωστικής κάνναβης (ρούχων, αξεσουάρ, σαμπουάν, καλλυντικών κτλ). Κάποιοι εντελώς αμόρφωτοι έστησαν ένα δικαστικό και αστυνομικό κυνηγητό. Όλοι οι επιχειρηματιες αθωώθηκαν πανηγυρικά: η ευρωπαϊκή νομοθεσία ήταν σαφέστατη και δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι δεν πρόκειται για απαγορευμένο ναρκωτικό. 
Η κυβέρνηση Σαμαρά το 2013 είχε την ευθύνη για τον νέο νόμο περί ναρκωτικών, τον Ν.4139/2013 (ΦΕΚ Ά 74/20.3.2013). Στο άρθρο 1 παρ. 3 αυτού του νόμου αναφέρεται καθαρά ότι στις απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες ΔΕΝ περιλαμβάνονται τα προϊόντα κάνναβης του είδους Cannabis Sativa L μέχρι 0.2% περιεκτικότητας σε τετραυδροκανναβινόλη (ΤHC).
Άρα η Ν.Δ. δεν είχε κανένα πρόβλημα όταν ήταν κυβέρνηση να νομοθετήσει αυτό που ούτως ή άλλως επιτρέπεται από την δεκαετία του 1970. Σήμερα λοιπόν γιατί μας λέει ότι η νομιμοποίηση της καλλιέργειας για ιατρική χρήση κάνναβης υπό όρους ανοίγει τον δρόμο για την αποποινικοποίηση των ναρκωτικών; Με τις τσάντες, τα μπλουζάκια και τα καλλυντικά από κάνναβη δεν είχε πρόβλημα και έχει με τα φάρμακα των ασθενών;

Σάββατο, Φεβρουαρίου 24, 2018

To νομοσχέδιο για τα προσωπικά δεδομένα

Την Τετάρτη ήμουν στην Κύπρο για την παρουσίαση του βιβλίου μου ("Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων") και προσκεκλημένη ήταν η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και Επίτροπος Πληροφοριών κα Λοϊζίδου. Από το βήμα της εκδήλωσης η Επίτροπος είπε ότι το κυπριακό νομοσχέδιο για την υποδοχή των διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων θα είναι έκτασης 29 άρθρων. Δηλαδή η Κύπρος θα προχωρήσει σε ορισμένες τροποποιήσεις στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, η Ελληνική νομοπαρασκευαστική επιτροπή παρέδωσε σε δημόσια διαβούλευση (που ισχύει μέχρι τις 5.3.2018) ένα νομοσχέδιο 73 άρθρων και 87 σελίδων, το οποίο δεν υποδέχεται απλώς τον Γενικό Κανονισμό αλλά προχωρά και σε συνολική κωδικοποίηση των διατάξεων για τα προσωπικά δεδομένα (έχει π.χ. διάταξη για την λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης που μέχρι τώρα αποτελούσε θέμα της Οδηγίας της ΑΠΔΠΧ 1/2011) και σε ενσωμάτωση της Οδηγίας 2016/680 για την προστασία δεδομένων από τις διωκτικές και προανακριτικές αρχές και τις εισαγγελίες. Με το νομοσχέδιο αυτό επιχειρείται επίσης η κατάργηση του Ν.2472/1997 που μέχρι σήμερα ήταν το γενικό εθνικό πλαίσιο για την προστασία δεδομένων.

Ας ξεκαθαρίσουμε πρώτα ότι ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων έχει άμεση εφαρμογή για όλα τα κράτη μέλη, πράγμα που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να "ενσωματωθεί" στο εθνικό δίκαιο με ειδικές διατάξεις, όπως θα έπρεπε εάν ήταν Οδηγία κι όχι Κανονισμός. Όμως, ο Γενικός Κανονισμός έρχεται να μεταβάλει πολλά από τα ισχύοντα στην προστασία προσωπικών δεδομένων κι επομένως χρειάζονται τροποποιήσεις στο εθνικό δίκαιο. Για παράδειγμα, ο κατάλογος των "ευαίσθητων δεδομένων" που περιέχει ο Γενικός Κανονισμός έχει διαφοροποιήσεις από τον κατάλογο των "ευαίσθητων δεδομένων" που περιέχει ο Ν.2472/1997. Οπότε η νομοπαρασκευαστική επιτροπή έπρεπε αρχικά να επιλέξει: λεπτομερειακές τροποποιήσεις και διατήρηση του Ν.2472/1997 ωστε να "υποδεχθεί", χωρίς αντινομίες, τον ΓΚΠΔ ή πλήρη κατάργηση του Ν.2472/1997 και εξαρχής σύνταξη ενός συνολικού εθνικού νομοθετήματος για την προστασία προσωπικών δεδομένων; Η νομοπαρασκευαστική επιτροπή επέλεξε την δεύτερη λύση. Αμφιβάλλω, όμως, για το κατά πόσον είχε αυτή την αποστολή, σύμφωνα με την υπουργική απόφαση για την σύσταση και την συγκρότησή της. Διότι εάν θέλαμε ένα συνολικό, γενικό, εθνικό νομοθέτημα για την προστασία προσωπικών δεδομένων, θα έπρεπε να εξεταστούν και πολλά ακόμη ζητήματα, όπως για παράδειγμα το οργανωτικό σκέλος που αφορά την σύσταση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα: εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε μια 7μελή Αρχή με τους 7 αναπληρωματικούς της ή μήπως πρέπει να ακολουθήσουμε το μοντέλο της Κύπρου και πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών με μονοπρόσωπα όργανα (Επιτρόπους) που λειτουργούν με μεγαλύτερη ευελιξία και συγκεντρώνουν επίσης την αρμοδιότητα της πρόσβασης στα ανοιχτά δεδομένα;

Ήδη από το 2ο άρθρο, του πεδίου εφαρμογής, φαίνεται κάτι σαν αδιέξοδο. Ένας εθνικός νόμος για την προστασία προσωπικών δεδομένων είναι γενικής εφαρμογής: περιέχει διατάξεις για το σύνολο του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Ο ΓΚΔΠ όμως, ως ενωσιακό δίκαιο, αναγκαστικά ρυθμίζει τις επεξεργασίες που διέπονται μόνο από το ενωσιακό δίκαιο, αφήνοντας έξω τους τομείς της εθνικής δικαιοσύνης, των διωκτικών αρχών, αλλά και των υπηρεσιών εθνικής άμυνας και ασφάλειας. Ενώ αυτές οι εξαιρέσεις είναι αυτονόητες για ένα ενωσιακό νομοθέτημα όπως ο ΓΚΠΔ, δεν είναι καθόλου σαφές για ποιόν λόγο θα πρέπει αυτές οι "ασυνέχειες" να επαναλαμβάνονται στο εθνικό νομοθέτημα για την προστασία δεδομένων, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 2, το οποίο αντιλαμβάνεται ότι ισχύει άλλο καθεστώς προστασίας δεδομένων για τις διωκτικές αρχές, άλλο για την εθνική άμυνα κι άλλο για όλα τα υπόλοιπα. Δεν χρειάζονταν όλα αυτά, κατά την γνώμη μου. Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη της κωδικοποίησης, αλλά εκ των πραγμάτων δεν μπορείς να κωδικοποιήσεις δύο νομοθετήματα που έχουν διαφορετική τυπική ισχύ, δηλαδή έναν Ευρωπαϊκό Κανονισμό με έναν εθνικό νόμο. Πάντοτε ο Κανονισμός θα κατισχύει, οπότε η άνιση τυπική ισχύς των διατάξεων εισάγει την ένταση στο ίδιο το πεδίο του εθνικού νόμου. Κι αυτό είναι πιο ορατό από κάθε άλλο σημείο του νομοσχεδίου, στο άρθρο 2, το οποίο από σκοπιάς εθνικού δικαίου φαίνεται ακατανόητο. Το άρθρο 2 είναι το πιο ισχυρό επιχείρημα για το οποίο θα αρκούσαν ορισμένες τροποποιήσεις του Ν.2472/1997 για λόγους ασφάλειας δικαίου,  κι όχι η μαξιμαλιστική λύση. Διότι όσο κι αν κωδικοποιηθεί το εθνικό δίκαιο, ο δυισμός του να έχουμε Γενικό Κανονισμό ΚΑΙ εθνική νομοθεσία, απλά δεν πρόκειται να αποφευχθεί. Θα έπρεπε να επιδιωχθεί η ελαχιστοποίηση των παρεμβολών της υπάρχουσας εθνικής νομοθεσίας κι όχι η εξ αρχής κατάστρωσή της.

Στο άρθρο 3, το νομοσχέδιο επαναλαμβάνει τον κατάλογο ορισμών του ΓΚΠΔ (που δεν χρειάζεται να γίνουν εθνικό δίκαιο, παρεκτός των σημείων που ο Ν.2472/1997 αποκλίνει), μαζί με τους ορισμούς της Οδηγίας 2016/680 που χρειάζεται να γίνει εθνικό δίκαιο, για λόγους εκπλήρωσης της υποχρέωσης ενσωμάτωσης. Ορθά η νομοπαρασκευαστική επιτροπή μεταφράζει το "sexual orientation" ως σεξουαλικό προσανατολισμό κι όχι ως "γενετήσιο προσανατολισμό", όρο στον οποίο επιμένει ο αρτηριοσκληρωτικός ενωσιακός μεταφραστής.

Το άρθρο 5 περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, αναφέροντας εντός παρενθέσεως " άρθρο 6 του ΓΚΠΔ ", το οποίο όμως δεν αφορά ρυθμίσεις για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, αλλά περιλαμβάνει τις νομιμοποιητικές βάσεις της επεξεργασίας (συγκατάθεση, σύμβαση, νομική υποχρέωση, ζωτικό συμφέρον, δημόσιο έργο, έννομο συμφέρον) και στην παρ. 3 αναφέρει ότι το εθνικό δίκαιο μπορεί για το "έννομο συμφέρον" να έχει ειδικές διατάξεις. Αυτές οι "ειδικές διατάξεις", κατά το νομοσχέδιο αφορούν τις κάμερες. Εδώ, όπως και στο άρθρο 28 (στο κεφάλαιο ενσωμάτωσης των διατάξεων για τις διωκτικές αρχές) η νομοπαρασκευαστική επιτροπή αυτοσχεδιάζει, παραθέτοντας διατάξεις για τις κάμερες, η λειτουργία των οποίων δεν αναφέρεται καν στον ΓΚΠΔ, αλλά ούτε και στην εναρμονιζόμενη Οδηγία 2016/680. Το άρθρο 5 δεν κωδικοποιεί ούτε τις προϋφιστάμενες διατάξεις του άρθρου 3 του Ν.2472/1997 για τις κάμερες, απλά θέτει εξ αρχής νέες διατάξεις. Oι χρόνοι διατήρησης του βιντεοληπτικού υλικού π.χ. διαφοροποιούνται από τις λεπτομερειακές ανά περίπτωση ρυθμίσεις της Οδηγίας 1/2011 της ΑΠΔΠΧ, ενώ δεν μνημονεύεται ο ρόλος που θα έχουν οι εισαγγελείς επί του βιντεοληπτικού υλικού, θέμα που ρυθμίζεται με κάποια σαφήνεια στον Ν.2472/1997.

To άρθρο 6 για την συγκατάθεση των παιδιών είναι μια απαραίτητη ρύθμιση, δεδομένου ότι και ο ΓΚΠΔ αναγνωρίζει ένα ηλικιακό όριο, από το οποίο μπορεί να αποκλίνει ο εθνικός νομοθέτης και αν ο εθνικός νομοθέτης δεν το ρυθμίσει θα δημιουργηθεί σημαντική ανασφάλεια δικαίου λόγω της συρροής των διατάξεων του ΑΚ για την ικανότητα προς δικαιοπραξία. Ωστόσο, η συντηρητική επιλογή της νομοπαρασκευαστικής για συγκατάθεση μετά το συμπληρωμένο 15ο έτος θα έρθει σε αντίθεση με την επιλογή του κυπριακού νομοσχεδίου για συγκατάθεση μετά το 13ο έτος. Καλό είναι να μην υπάρχουν τέτοιες αποκλίσεις ανάμεσα σε δύο χώρες που χρησιμοποιούν την ίδια γλώσσα, για ευνόητους λόγους.

Το νομοσχέδιο καταργεί τις άδειες της Αρχής για την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, επιβάλλει όμως την "διαβούλευση" με την Αρχή για την έναρξη ορισμένων κατηγοριών επεξεργασιών που συνεπάγονται ιδιαίτερους κινδύνους. Έτσι εγκαταλείπεται ένα τυπικό κριτήριο (άδεια για τα ευαίσθητα) μ' ένα πιο ουσιαστικό κριτήριο (ιδιαίτεροι κίνδυνοι κ.τλ.), το οποίο ομως μπορεί να προκαλέσει πολλά ερωτηματικά και, τελικά, ανασφάλεια δικαίου. Διότι η διαβούλευση με την Αρχή είναι η νέα "άδεια της Αρχής": αν η διαβούλευση δεν έχει θετικό αποτέλεσμα, η επεξεργασία δεν επιτρέπεται.

Για τον Υπεύθυνο Προστασίας Δεδομένων, το νομοσχέδιο περιέχει μια εξουσιοδοτική διάταξη αναγνωρίζοντας στην Αρχή την αρμοδιότητα να συντάξει έναν κατάλογο με κατηγορίες οργανισμών που οφείλουν να ορίσουν ΥΠΔ. Στο άρθρο 14 του νομοσχεδίου αναφέρεται ότι τα δικαστήρια και οι εισαγγελίες δεν οφείλουν να ορίσουν ΥΠΔ. Ωστόσο, ο ΓΚΠΔ αναφέρει ότι τα δικαστήρια δεν οφείλουν, στο πλαίσιο των δικαιοδοτικών τους αρμοδιοτήτων, άρα οφείλουν να ορίσουν οι Γραμματείες των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, κάτι το οποίο πρέπει να αναφέρει ο εθνικός νόμος για να είναι σύμφωνος με τον ΓΚΠΔ. Σημαντική προσθήκη του νομοσχεδίου είναι ότι ο ορισμός του ΥΠΔ γίνεται για συγκεκριμένο χρόνο, κάτι το οποίο δεν ορίζεται από τον ΓΚΠΔ, αλλά επιβάλλεται από τις καλές πρακτικές που έχουν επικρατήσει για τους ΥΠΔ.

Το θέμα της πιστοποίησης διευκρινίζεται με το νομοσχέδιο, διαμορφώνοντας μια σαφή εικόνα: η Αρχή θα ορίσει τα κριτήρια της πιστοποίησης και το Εθνικό Σύστημα Διαπίστευσης Α.Ε. θα προχωρήσει στην διαπίστευση των φορέων που πραγματοποιούν την πιστοποίηση, σύμφωνα με το πρότυπο EN-ISO/IEC 17065/2012.Το ΕΣΥΔ μπορεί να ανακαλεί διαπιστεύσεις, ύστερα από γνώμη της Αρχής.

Πρωτότυπες διατάξεις περιέχει το νομοσχέδιο ως προς την προστασία προσωπικών δεδομένων των εργαζομένων. Ο ΓΚΠΔ απλώς επιτρέπει στο εθνικό δίκαιο την θέσπιση τέτοιων διατάξεων (κατά το άρθρο 88), ενώ ο Ν.2472/1997 ακροθιγώς μόνο περιείχε κάποιες απαλλακτικές ρήτρες για το θέμα αυτό (στο άρθρο 7Α). Μέχρι τώρα το θέμα ρύθμιζε η Οδηγία 115/2001 της Αρχής, ενώ αξιόλογες κατευθυντήριες οδηγίες έχουν δημοσιοποιηθεί από την Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46. Το άρθρο 17 του νομοσχεδίου περιλαμβάνει 22 παραγράφους που συνοψίζουν και διατυπώνουν ως νομικά δεσμευτικούς όρους της Οδηγίας 115/2001 (π.χ. για την συγκατάθεση).

Όλο το κεφάλαιο Γ του νομοσχεδίου στο οποίο ενσωματώνεται η Οδηγία 2016/680 είναι ουσιαστικά μια αναπαραγωγή των ίδιων των διατάξεων της Οδηγίας. Κατά την γνώμη μου, η πραγματική ενσωμάτωση της Οδηγίας αυτής προϋποθέτει την αναθεώρηση όλων των διατάξεων που διέπουν την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από τις διωκτικές αρχές κι όχι απλά την μεταγραφή των γενικόλογων διατάξεων της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, γιατί έτσι παραμένουν οι αντινομίες και το έργο του εφαρμοστή των οικείων διατάξεων δεν διευκολύνεται, αλλά τελικά υπάρχει κίνδυνος ανάμεσα στην ασαφή ενωσιακή ρύθμιση και στην σαφέστατη αλλά αντίθετη εθνική ρύθμιση να "προτιμήθεί" η δευτερη. Μια σωστή ενσωμάτωση της Οδηγίας προϋποθέτει πλήρη χαρτογράφιση των διατάξεων που ισχύουν σε αστυνομίες, λιμενικά κτλ, την διάγνωση των νομοθετικών χασμάτων και μετά την άρση των αντινομιών με σαφείς διατάξεις. Μια σωστή διάταξη είναι αυτή στο άρθρο 30 που αναφέρεται στην συγκεκριμένη περίπτωση της δημοσιοποίησης στοιχείων, κατόπιν εισαγγελικής απόφασης, αλλά μετά την οδυνηρή περίπτωση της δημοσιοποίησης των στοιχείων των οροθετικών γυναικών του 2012, θα έπρεπε να υπάρχει και μια σύνδεση με την υποχρέωση διαγραφής καθώς και με το δικαίωμα στην λήθη για τις τρίτες ιστοσελίδες που αναπαράγουν την εισαγγελική δημοσιοποίηση. Για τους Υπεύθυνους Προστασίας Δεδομένων των διωκτικών αρχών, τα άρθρα 48-50 απλώς επαναλαμβάνουν διατάξεις της Οδηγίας 2016/680, ενώ θα έπρεπε να δώσουν σαφέστερες κατευθύνσεις για την διαδικασία διορισμού των ΥΠΔ σε αυτούς τους φορείς του δημόσιου τομέα, στους οποίους η ανάθεση καθηκόντων γίνεται με αυξημένη τυπικότητα κι όχι με την ευελιξία που μπορεί να γίνει στον ιδιωτικό τομέα. Υπάρχουν πολλά κενά σε αυτές τις διατάξεις που κινδυνεύουν να καταστήσουν ανεφάρμοστη την υποχρέωση ορισμού ΥΠΔ.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 14, 2018

Άρειος Πάγος: η ευθύνη για τα σχόλια των χρηστών δεν ανήκει στον διαχειριστή της ιστοσελίδας

Με ιδιαίτερη υπερηφάνεια παρουσιάζω σήμερα την απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος ανέτρεψε την αντίθετη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το οποίο ο διαχειριστής ιστοσελίδας έχει αντικειμενική ευθύνη για τα σχόλια που αναρτούν οι αναγνώστες. Το Εφετείο είχε ακολουθήσει την θέση που είχε λάβει πιο πριν στην ίδια υπόθεση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, καθώς και το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (στα ασφαλιστικά μέτρα).

Από τον πρώτο βαθμό, ως δικηγόρος υποστήριζα επίμονα ότι ο διαχειριστής της ιστοσελίδας δεν νοείται να έχει προληπτική ευθύνη για τα σχόλια των χρηστών, καθώς ως προς το πεδίο φιλοξενίας σχολιασμού είναι "φορέας παροχής υπηρεσίας Κοινωνίας της Πληροφορίας" και όχι ιδιοκτήτης μέσου ενημέρωσης ώστε να ευθύνεται αντικειμενικά για όλο το περιεχόμενο που φιλοξενεί σαν να το είχε επιλέξει. Τα κατώτερα δικαστήρια απέρριψαν αυτό τον ισχυρισμό και υποχρέωσαν τον διαχειριστή της ιστοσελίδας να πληρώσει αποζημιώσεις για τα σχόλια των χρηστών.

Τελικά όμως ο Άρειος Πάγος έκρινε δεκτούς τους δύο λόγους αναίρεσης, ότι δηλαδή δεν εφαρμόζεται ο Νόμος Περί Τύπου ως προς την φιλοξενία σχολίων ώστε να ευθύνεται γι΄αυτά ο ιδιοκτήτης του ιστοτόπου, καθώς και ότι ο ιδιοκτήτης του ιστοτόπου είναι "φορέας παροχής υπηρεσίας κοινωνίας της πληροφορίας", ο οποίος σύμφωνα με το π.δ. 131/2003 δεν ευθύνεται προληπτικά για τις πληροφορίες που αναρτούν οι ενδιαφερόμενοι αλλά μόνο εφόσον του επισημανθεί ότι υπάρχουν παράνομες πληροφορίες και δεν τις αποσύρει ταχέως.

Παρατίθεται όλη η απόφαση 1425/2017, όπως έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου.

Αριθμός 1425/2017 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Σ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σωτηρόπουλο, που ανακάλεσε την από 10-11-2016 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. 
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ...), 2) Κ. Λ. του Α., κατοίκου ...) και 3) Μ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Γαλάνη. 
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. 
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3289/2013 του Εφετείου Αθηνών. 
Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-6-2014 αίτησή του, η οποία κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης 404/2014 και στο Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό κατάθεσης ...2014.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. 
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 2-1-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, τότε Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της συμπροσβαλλόμενης 201/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) την αναίρεση της προσβαλλόμενης 3289/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών κατά παραδοχή των πρώτου και δευτέρου (κύριων) λόγων αναιρέσεως, την απόρριψη δε του τρίτου (επικουρικού) λόγου αναιρέσεως. 
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων οι οποίες δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη την δίκη ή μόνον την δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι σε περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, αφού, αν μεν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.Α.Π.40/1996). Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθ’ ο μέρος απευθύνεται κατά της υπ’ αριθμ.201/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, η οποία απερρίφθης ως κατ’ ουσίαν με την προσβαλλομένη υπ’ αριθ. 3289/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012). Περαιτέρω, κατά την παρ.1 του άρθρου μόνου ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν.2243/1994, "ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημιωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν ως και εις χρηματικήν ικανοποίησιν δια την ηθικήν βλάβην, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν δια δημοσιεύματος θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρον 914 του Α.Κ. υπαιτιότης, ή η κατά το άρθρον 919 του Α.Κ. πρόθεσις και η κατά το άρθρον 920 του Α.Κ. γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχη εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, εάν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντήν συντάξεως του εντύπου". Η ανωτέρω διάταξη, στην οποία, με το άρθρο 4 παρ.10 του ν.2328/1995 υπήχθησαν και οι τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί, είναι σαφές ότι αναφέρεται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, ο οποίος υποχρεούται έτσι σε περίπτωση εξυβριστικού ή δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου, η ευθύνη των οποίων, εφόσον βέβαια δεν ταυτίζονται ως πρόσωπα με τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ρυθμίζεται από τις κοινές διατάξεις. Ειδικότερα ο εκδότης και ο διευθυντής συντάξεως του εντύπου ευθύνονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 297, 298, 299, 914, 932 Α.Κ., όταν περιέλαβαν στην ύλη του εντύπου δημοσίευμα εν γνώσει τους προσβλητικό για την προσωπικότητα άλλου προσώπου, καθώς και όταν κατά το άρθρο 922 Α.Κ. συνδέονται με σχέση προστήσεως με το συντάκτη του δημοσιεύματος, ο οποίος δεν αποκλείεται να συνδέεται με όμοια σχέση και με τον ιδιοκτήτη του εντύπου. Η ευθύνη δηλαδή του ιδιοκτήτη του εντύπου είναι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις γνήσια αντικειμενική, η οποία έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη αντίστοιχης υποκειμενικής ευθύνης του συντάκτη ή αναλόγως του εκδότη ή του διευθυντή συντάξεως του εντύπου, με τους οποίους συνευθύνεται κατά το άρθρο 926 Α. Κ. εις ολοκληρον. Οι διατάξεις του ν. 1178/1981, όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει και στον οποίο παραπέμπει και το άρθρο 4 παρ. 10 του ν.2328/1995 προκειμένου για προσβολές της προσωπικότητας κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών εκπομπών, εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (internet) μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακινήσεως πληροφοριών, δεδομένου ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο νομικό πλαίσιο, η δε πληροφόρηση μέσω του διαδικτύου είναι η εξέλιξη της ηλεκτρονικής πληροφόρησης μέσω του ραδιοφώνου και της τηλεοράσεως (Α.Π. 1652/2013, 1701/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του π.δ. 131/2003 με τον τίτλο "Προσαρμογή στην Οδηγία 2000/31 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (Οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο)", "για τους σκοπούς του παρόντος Π.Δ. νοούνται ως α) "Υπηρεσίες της Κοινωνίας της Πληροφορίας" οποιαδήποτε υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, ήτοι κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν προσωπικής επιλογής ενός αποδέκτη υπηρεσιών κατά την έννοιαν της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του Π.Δ. 39/2001 (Α’ 28) "για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας σε συμμόρφωση προς τις Οδηγίες 98/34/ΕΟΚ και 98/48/ΕΚ". β) "φορέας παροχής υπηρεσιών είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας...δ) "αποδέκτης της υπηρεσίας" κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί, επαγγελματικώς ή άλλως, μια υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως για να αναζητήσει πληροφορίες ή για να προσφέρει πρόσβαση σε αυτές". Τέλος, με το άρθρο 13 του ιδίου ως άνω π. δ/τος υπό τον τίτλο "φιλοξενία" ορίζονται τα εξής : "1. Σε περίπτωση παροχής μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας συνισταμένης στην αποθήκευση πληροφοριών παρεχομένων από ένα αποδέκτη υπηρεσίας, δεν υφίσταται ευθύνη του φορέα παροχής της υπηρεσίας για τις πληροφορίες που αποθηκεύονται μετά από αίτηση αποδέκτη της υπηρεσίας, υπό τους όρους ότι: (α) ο φορέας παροχής της υπηρεσίας δεν γνωρίζει πραγματικά ότι πρόκειται για παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία και ότι, σε ό,τι αφορά αξιώσεις αποζημιώσεως, δεν γνωρίζει τα γεγονότα ή τις περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει η παράνομη δραστηριότητα ή πληροφορία, ή (β) ο φορέας παροχής της υπηρεσίας, μόλις αντιληφθεί τα προαναφερθέντα, αποσύρει ταχέως τις πληροφορίες ή καθιστά την πρόσβαση σε αυτές αδύνατη. 2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται όταν ο αποδέκτης της υπηρεσίας ενεργεί υπό την εξουσία ή υπό τον έλεγχο του φορέα παροχής της υπηρεσίας. 3. Το παρόν άρθρο δεν θίγει την δυνατότητα να επιβληθεί δικαστικά ή διοικητικά στο φορέα παροχής υπηρεσιών η παύση ή πρόληψη της παράβασης". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με εκείνη του άρθρου μόνου ν. 1178/1981 προκύπτει ότι η αντικειμενική ευθύνη του "φορέα παροχής υπηρεσιών" (αντίστοιχη με εκείνη του ιδιοκτήτη εντύπου) ισχύει για τις αναρτήσεις που γίνονται στο διαδικτυακό τόπο και όχι στο χώρο φιλοξενίας περιεχομένου, όπου αναρτώνται κείμενα "αποδεκτών της υπηρεσίας" (δηλαδή τρίτων χρηστών του διαδικτυακού τόπου). Για τις τελευταίες αυτές αναρτήσεις εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 13 παρ.1 π.δ. 131/2003, δηλαδή υπάρχει ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Τον Ιούλιο του 2005 έγινε επιλογή μεταπτυχιακών φοιτητών στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου .... Υπήρξαν 113 αιτήσεις για 23 θέσεις. Κατά το πρώτο στάδιο επελέγησαν 55 υποψήφιοι μετά από αξιολόγηση των στοιχείων του φακέλου τους από τριμελή επιτροπή στην οποία μετείχαν οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), ο πρώτος με την ιδιότητα του αναπληρωτή καθηγητή, προέδρου του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και κοσμήτορα του Πανεπιστημίου ..., ο δεύτερος με την ιδιότητα του αναπληρωτή καθηγητή και αντιπρύτανη του Πανεπιστημίου ... και η τρίτη με την ιδιότητα της αναπληρώτριας καθηγήτριας και διευθύντριας του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών. Το δεύτερο στάδιο που θα οδηγούσε στην οριστική επιλογή συνίστατο σε προφορική συνέντευξη των υποψηφίων φοιτητών από πενταμελή επιτροπή, στην οποία μετείχαν και οι ενάγοντες. Στις 22-7-2005, κατά τη συνεδρίαση της γενικής συνελεύσεως ειδικής συνθέσεως του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης εγκρίθηκε ομόφωνα ο κατάλογος των 24 επιτυχόντων, καθώς και ο κατάλογος των επιλαχόντων κατά φθίνουσα βαθμολογική σειρά. Επιφυλάξεις εξέφρασε μόνον ο αναπληρωτής καθηγητής Σ. Α., ο οποίος ζητούσε να του παραδοθεί αντίγραφο της αναλυτικής βαθμολογίας για κάθε φοιτητή, καθόσον είχαν προηγηθεί διαμαρτυρίες αποτυχόντων υποψηφίων. Ο ανωτέρω το Σεπτέμβριο του 2005 υπέβαλε ένσταση στη γενική συνέλευση ειδικής συνθέσεως του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και στη σύγκλητο ειδικής συνθέσεως του Πανεπιστημίου ..., αναφερόμενος σε παρατυπίες κατά την επιλογή των υποψηφίων μεταπτυχιακών φοιτητών, η οποία απερρίφθη. Ο Σ. Α. συνέχισε τις καταγγελίες του για παρατυπίες και παρανομίες κατά την επιλογή των μεταπτυχιακών φοιτητών, απευθύνοντας επιστολές σε πολιτικά κόμματα, σε βουλευτές και στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Κατόπιν αυτών των καταγγελιών και των αναφορών των εναγόντων περί διασυρμού του Πανεπιστημίου ... και των μελών του, ο πρύτανης Ι. Π. ανέθεσε στον καθηγητή Ι. Π. τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως, προκειμένου να διαπιστωθεί αν ευσταθούσαν οι ανωτέρω καταγγελίες. Σύμφωνα με την έκθεση της προκαταρκτικής έρευνας, ήταν άψογη η διαδικασία επιλογής νέων μεταπτυχιακών φοιτητών και συνεπώς αβάσιμες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του Σ. Α.. Κατ’ αυτού ο πρύτανης του Πανεπιστημίου ... άσκησε πειθαρχική δίωξη για απάδουσα στην αξιοπρέπεια πανεπιστημιακού λειτουργού συμπεριφορά, συνισταμένη στην αβάσιμη και δημόσια κριτική μελών και οργάνων του πανεπιστημίου σχετικά με την επιλογή μεταπτυχιακών φοιτητών και τους προσβλητικούς ισχυρισμούς του κατά των μελών της εισηγητικής επιτροπής που έκανε αρνητική εισήγηση για την επιλογή του καθηγητή Α. στη βαθμίδα του επίκουρου, επισύρουσα την ποινή της οριστικής του απολύσεως. Στις 3-5-2006 κατά τη γενική συνέλευση του πανεπιστημίου ο Σ. Α. ανακοίνωσε στους συναδέλφους του την πειθαρχική δίωξη του και δήλωσε ότι αρνείται το διάλογο με τους ενάγοντες που επιδιώκουν την επαγγελματική και επιστημονική του εξόντωση. Μετά ταύτα επέστρεψε στο γραφείο του, όπου απεβίωσε. Σύμφωνα με την ...-6-2006 έκθεση του ιατροδικαστή Α. Π., ο θάνατος του Σ. Α. οφείλεται σε υπερτασική - ισχαιμική καρδιοπάθεια, με χαρακτηριστικά μεταξύ άλλων την αθηρωματοσκλήρυνση των στεφανιαίων αγγείων, τη γενικευμένη αρτηριοσκλήρυνση, ως επιπλοκή της υπερτάσεως, την υπερτροφία του μυοκαρδίου και ισχαιμία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο θανών πριν αποβιώσει έπασχε ήδη από βαρεία καρδιοπάθεια, η οποία εξαιτίας της έντονης συναισθηματικής φορτίσεώς του λόγω της ασκήσεως σε βάρος του πειθαρχικής διώξεως, τον οδήγησε στο θάνατο. Λόγω των αντιδράσεων που υπήρξαν στο Πανεπιστήμιο ... αλλά και της δημοσιότητας που έλαβε η υπόθεση στα μέσα μαζικής ενημερώσεως, η σύγκλητος του πανεπιστημίου όρισε τριμερή επιτροπή για να επανεξετάσει το θέμα της επιλογής των μεταπτυχιακών φοιτητών, καθώς και το θέμα της ασκήσεως πειθαρχικής διώξεως κατά του Σ. Α.. Το μέλος της επιτροπής Γ. Γ. στο πόρισμα του αναφέρει ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις εύνοιας για πέντε από τους επιτυχόντες, ενώ σε δύο από τις περιπτώσεις αυτές η εύνοια κρίνεται προφανής. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει στο πόρισμα της η πρόεδρος της επιτροπής Σ. Π., η οποία αναφέρει ότι από τους ανωτέρω πέντε υποψηφίους, τουλάχιστον οι τέσσερες ήταν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους συνδικαλιστές. Το τρίτο μέλος της επιτροπής Ε. Ο. στο πόρισμα του αναφέρει ότι δεν διαπίστωσε εύνοια ή αδικία στην επιλογή των μεταπτυχιακών φοιτητών και θεωρεί αναμενόμενη την ύπαρξη λαθών. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο διαδικτυακός τόπος ... αποτελεί ηλεκτρονική ιστοσελίδα με ενημερωτικό και ψυχαγωγικό περιεχόμενο, στην οποία απασχολούνται δημοσιογράφοι, οι οποίοι αρθρογραφούν συστηματικά και ασχολούνται με θέματα της επικαιρότητας. Η ιστοσελίδα αυτή παρέχει σε καθημερινή βάση κείμενα, εικόνες, οπτικοακουστικό υλικό, τα οποία αποθηκεύονται και είναι προσιτά σε απεριόριστο αριθμό ατόμων. Το ως άνω υλικό περιλαμβάνει ειδήσεις, συνεντεύξεις, αρθρογραφία για ζητήματα πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού και πολιτισμικού ενδιαφέροντος. Παράλληλα, στον επισκέπτη της ιστοσελίδας παρέχεται η δυνατότητα να σχολιάσει άμεσα τα μεταδιδόμενα κείμενα και έργα, αναρτώντας κείμενα και αναπτύσσοντας διάλογο με άλλους χρήστες στα σχετικά πεδία σχολιασμού. Ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών (ήδη αναιρεσείων) είναι δημοσιογράφος, δημιουργός της παραπάνω ιστοσελίδας, έχει τη γενική διεύθυνση της λειτουργίας της και είναι υπεύθυνος για το υλικό που αναρτάται σ’ αυτήν. Στις 27-10-2009 αναρτήθηκε στην ανωτέρω ιστοσελίδα άρθρο της δημοσιογράφου Έ. Ι. με τίτλο "Νέα υπόθεση διαπλοκής στην εκλογή μελών ΔΕΠ του Πανεπιστημίου …", το οποίο αναφέρεται σε ανορθόδοξες διαδικασίες με τις οποίες ένας λέκτορας του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης εξελέγη σε θέση αναπληρωτή καθηγητή, παρακάμπτοντας στην ουσία το ενδιάμεσο στάδιο του επίκουρου καθηγητή. Κάτω απ’ αυτό το άρθρο, στο διακριτό πεδίο τεχνικώς επιτρεπόμενου σχολιασμού, αναρτήθηκαν κείμενα χρηστών της ιστοσελίδας, μεταξύ των οποίων και το ακόλουθο: Στις 27-10-2009 από χρήστη της ιστοσελίδας με το ψευδώνυμο "..." το εξής κείμενο: "Ο Π. είναι η βιτρίνα του Κ. του εμπνευστή της δίωξης Α.... Η δίκη Α. αρχίζει σε λίγες ημέρες στην …, κάτι που απευχόταν η κλίκα που ήθελε να γίνει στο …, για να πιέσει τους δικαστές αποτελεσματικότερα...". Η πρώτη αναφορά στο ως άνω κείμενο, ότι ο Π. είναι η βιτρίνα του Κ....αποτελεί αξιολογική κρίση που μπορεί να συνδεθεί με γεγονός, διότι εμφανίζει τον πρώτο των εναγόντων Δ. Κ. υπό την πανεπιστημιακή του ιδιότητα να ενεργεί παρασκηνιακά, ευρισκόμενος πίσω από κάθε ενέργεια του καθηγητή Π.. Η δεύτερη αναφορά του κειμένου στη δίκη Α. αποδίδει στους ενάγοντες, τους οποίους σαφώς υπονοεί με τη χρήση της λέξεως "κλίκα", την πρόθεση να επέμβουν στο έργο των δικαστών που θα εκδικάσουν την υπόθεση τους σχετικά με τις καταγγελίες του Α.. Εξάλλου στις 3-5-2009 αναρτήθηκε στην ίδια ως άνω ιστοσελίδα άρθρο με τον τίτλο "Ο αγώνας, ο θάνατος και η δικαίωση του Σ.Α.". Κάτω από αυτό, στο διακριτό πεδίο τεχνικώς επιτρεπόμενου σχολιασμού, αναρτήθηκαν κείμενα χρηστών της ιστοσελίδας, μεταξύ των οποίων και τα ακόλουθα: α) Στις 5-5-2009 από χρήστη της ιστοσελίδας με το ψευδώνυμο "..." το εξής κείμενο: "Είχα όμως την ατυχία, την ίδια περίοδο να έχω καθηγητή μου, τον μετέπειτα κοσμήτορα Δ. Κ., ένα γλοιώδη υποκείμενο, με μόνιμο ειρωνικό ύφος απέναντι στους φοιτητές του, που σου δημιουργούσε μόνιμο πρόβλημα στους βαθμούς, αν δεν πήγαινες με τα νερά του και του δημιουργούσες πρόβλημα. Εκείνη την περίοδο το Πανεπιστήμιο ... είχε καταπληκτικούς καθηγητές σε όλες τις σχολές και είναι κρίμα που το κατάντησαν να λειτουργεί με όρους Μαφίας, όπως λέει ο φίλος ... πολύ σωστά, ο Κ. και μερικά άλλα ανθρωποειδή, που απέτρεψαν αρκετούς φοιτητές να ασχοληθούν με μεταπτυχιακά διπλώματα", β) στις 21-5-2009 από το χρήστη της ιστοσελίδας με το ψευδώνυμο "..." το εξής κείμενο: "Στη δίκη αυτή θα γίνουν μεγάλες αποκαλύψεις για τη διαφθορά στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης της ...... Η συμμορία των Κ.-Λ. θα ξεφτιλιστεί μαζί με τον προστάτη της τον περίφημο Κ. Κ. και την θυγατέρα του...", το οποίο (κείμενο) εμφανίζει τους δύο πρώτους των εναγόντων να προστατεύονται από πολιτικά πρόσωπα και γ) Στις 30-5-2009 από χρήστη της ιστοσελίδας με το ψευδώνυμο "..." το εξής κείμενο: "...Όπως και να έχει, η συγκεκριμένη κλίκα πέρα από μια φάση "ελεγχόμενης" ύφεσης (προφανώς αμέσως μετά τον θάνατο του Σ. Α. και μέχρι τις καταλήψεις του Γενάρη του 2007) ζει και βασιλεύει στο Πανεπιστήμιο... Καλές οι δίκες και όλα, αλλά θέλει πίεση από τα μέσα για να φύγει η σαπίλα από το Πανεπιστήμιο". Αυτό αποτελεί κρίση που μπορεί να συνδεθεί με γεγονότα, αφού υπονοεί ότι οι ενάγοντες μετά το θάνατο του Α., υπό την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα, ενεργούν συνασπισμένοι και μ’ αυτόν τον τρόπο προωθούν εντός του Πανεπιστημίου ιδιοτελείς σκοπούς. Τα προαναφερόμενα γεγονότα είναι αναληθή, η δε αναλήθεια αυτών δεν αμφισβητείται ειδικώς από τον εναγόμενο. Όμως δεν αποδείχθηκε ότι ο τελευταίος γνώριζε το ψεύδος αυτών των γεγονότων και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως αλλά της απλής τοιαύτης. Τα παραπάνω αναφερόμενα στα εν λόγω κείμενα ήταν ικανά να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, αφού αυτοί εμφανίστηκαν ως άτομα που στερούνται ηθικής, που επιδιώκουν τον επηρεασμό των δικαστών προκειμένου να απαλλαγούν από τις κατηγορίες που τους βαρύνουν, που προωθούν ιδιοτελείς σκοπούς εντός του χώρου του πανεπιστημίου και που απολαμβάνουν της προστασία πολιτικών προσώπων. Επιπλέον ο πρώτος των εναγόντων εμφανίστηκε και ως άτομο που κατά την εκτέλεση των πανεπιστημιακών του καθηκόντων ενεργεί παρασκηνιακά, αντιμετωπίζει με ειρωνεία τους φοιτητές και τους δημιουργεί προβλήματα με τους βαθμούς. Ο εναγόμενος, ο οποίος είχε τη γενική διεύθυνση της λειτουργίας της ιστοσελίδας, γνώριζε το περιεχόμενο των ανωτέρω κειμένων και παρ’ όλα αυτά επέτρεψε τη διατήρηση τους έως τις 23-11-2009, οπότε τα αφαίρεσε μετά την έκδοση προσωρινής διαταγής από τον πρόεδρο υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών. Επίσης ο εναγόμενος, ενώ γνώριζε ότι τα προαναφερθέντα κείμενα μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, τα διατήρησε στην ιστοσελίδα και τα διέδωσε σε απροσδιόριστο αριθμό επισκεπτών αυτής. Η διάδοση αυτών των κειμένων δεν μπορεί να αποδοθεί σε δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον του εναγομένου προς ενημέρωση των επισκεπτών της ιστοσελίδας για τα σχόλια των χρηστών της σε ζητήματα μείζονος ενδιαφέροντος, δεδομένου ότι τα κείμενα αυτά δεν συνιστούν οξεία επιτρεπτή κριτική σε συγκεκριμένες πράξεις των εναγόντων δημοσίων λειτουργών, αφού δεν συνοδεύονται από παράθεση συγκεκριμένων περιστατικών. Αντίθετα, από το ύφος και τον τρόπο που τα ανωτέρω κείμενα έχουν διατυπωθεί, με τη χρήση εκφράσεων που ενέχουν έντονη καταφρόνηση, όπως γλοιώδη υποκείμενο, ανθρωποειδή, προκύπτει σαφώς σκοπός προσβολής της τιμής και της υπολήψεως των εναγόντων. Τα ανωτέρω προσέβαλαν παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα των εναγόντων, οι οποίοι υπέστησαν ηθική βλάβη και δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως για την ανόρθωση της. Ενόψει των συνθηκών τελέσεως της αδικοπραξίας, του βαθμού υπαιτιότητας του εναγομένου, του είδους της προσβολής των εναγόντων, της εκτάσεως της βλάβης τους, της ψυχικής ταλαιπωρίας τους, της κοινωνικής θέσεως και οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 7.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως , η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την κατ’ αυτού αγωγή και τον είχε υποχρεώσει να καταβάλει για την ίδια αιτία σε κάθε αναιρεσίβλητο το αυτό ως άνω χρηματικό ποσό των 7.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής έως εξοφλήσεως. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου μόνου του ν.1178/1981, τις οποίες εφήρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, καθώς επίσης και τις διατάξεις του άρθρου 13 του π.δ. 131/2003, τις οποίες δεν εφήρμοσε, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσείων δεν είναι φορέας παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας, ενώ οι διατάξεις αυτές ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση. Ειδικότερα δέχθηκε ότι υπάρχει ευθύνη του αναιρεσείοντος ο οποίος είχε τη διεύθυνση ιστοσελίδας (δηλαδή είχε την ιδιότητα του "φορέα παροχής υπηρεσιών") από κείμενα τα οποία αναρτήθηκαν στο χώρο φιλοξενίας της ιστοσελίδας από χρήστες αυτής (δηλαδή από πρόσωπα που είχαν την ιδιότητα των "αποδεκτών της υπηρεσίας"), χωρίς να αναφέρει αν συνέτρεχαν ή όχι οι προϋποθέσεις του άρθρου 13 π.δ. 131/2003, υπό την ρυθμιστική εμβέλεια του οποίου έπρεπε να κριθεί η ένδικη διαφορά.
Συνεπώς, κατά παραδοχή των δύο πρώτων (κυρίων) λόγων αναιρέσεως και παρελκούσης της έρευνας του επικουρικού τρίτου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του αρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει. Επί πλέον δε, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 2 Ιουνίου 2014 αίτηση του Σ. Κ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 201/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 3289/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών .
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Απαλλαγή από τα θρησκευτικά με γνωστοποίηση δεδομένων θρησκεύματος

Η απόφαση 660/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μάθημα των θρησκευτικών αναφέρει ότι η οικειοθελής γνωστοποίηση προσωπικών δεδομέν...