Παρασκευή, Οκτωβρίου 27, 2017

Nέες οδηγίες για παραβίαση δεδομένων, κατάρτιση προφίλ και αυτοματοποιημένες αποφάσεις

Η Ομάδα Εργασίας για την Προστασία Προσωπικών Δεδομένων του άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46 έδωσε στην δημοσιότητα δύο νέα κείμενα με κατευθυντήριες οδηγίες:

1) Οδηγίες για την κοινοποίηση παραβίασης προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 (βλ. εδώ)

2) Οδηγίες για την αυτοματοποιημένη λήψη ατομικών αποφάσεων και την κατάρτιση προφίλ σύμφωνα με τον  Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 (βλ. εδώ)

Τα κείμενα βρίσκονται σε δημόσια διαβούλευση και η Ομάδα Εργασίας αναμένει σχόλια έως τις 28 Νοεμβρίου 2017. 

Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2017

To ανθρώπινο δικαίωμα να έχεις μούσι

Ερευνώντας το αίτημα των αστυνομικών να μπορούν, παρά την απαγόρευση του αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ. να διατηρούν υπογένειο, μούσι ή και γενειάδα, βρήκα μια απόφαση του έτους 2016, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με αυτή την απόφαση καταδικάστηκε η Λιθουανία για παραβίαση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επειδή ένας εσωτερικός κανονισμός σωφρονιστικού ιδρύματος απαγόρευε στους κρατούμενους να έχουν μούσι.

Με αφορμή αυτή την υπόθεση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση να έχεις ή όχι μούσι είναι μέρος το ανθρώπινου δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 8 ΕΣΔΑ) που αφορά και την εμφάνιση τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο χώρο.
Αυτό αρχικά ακούστηκε εξωφρενικό για την κυβέρνηση της Λιθουανίας που υποστήριξε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ότι δεν μπορεί παραδεκτώς να προβάλλεται σε μια τέτοια υπόθεση ότι το δικαίωμα να έχεις μούσι εμπίπει στο πεδίο εφαρμογής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής. Επ' αυτού, όμως, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απάντησε στην απόφασή του:

"Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι προσωπικές επιλογές που αφορούν την επιθυμητή εμφάνιση του ατόμου, τόσο σε δημόσιους, όσο και σε ιδιωτικούς χώρους, σχετίζεται με την έκφραση της προσωπικότητάς τους κι έτσι εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής (βλ. S.A.S. κατά Γαλλίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], αρ. 43835/11, § 107, ΕΔΔΑ 2014 (αποσπάσματα), και αποφάσεις παραπεμπόμενες εκεί. Έτσι έχει κριθεί στο παρελθόν και ως προς μία κόμμωση (βλ. Popa κατά Ρουμανίας (αποφ.), αρ. 4233/09, §§ 32-33, 18 Ιουνίου 2013) και για την ενδυματολογική επιλογή (βλ. S.A.S. κατά Γαλλίας, ό.π. § 107). Συνακόλουθα, το Δικαστήριο θεωρεί ότι σε περιστάσεις όπως στην υπό κρίση περίπτωση, η επιλογή της διατήρησης υπογενείου συνιστά πτυχή της προσωπικότητας του προσφεύγοντος και της ατομικής ταυτότητάς του και εμπίπτει στην έννοια της ιδιωτικής ζωής και ως εκ τούτου είναι εφαρμοστέο το άρθρο 8 της Σύμβασης."

Στη συνέχεια, η κυβέρνηση είπε ότι είχε κάθε δικαίωμα ο κανονισμός της φυλακής να απαγορεύει τα υπογένεια σε κρατούμενους, για λόγους υγιεινής. Όμως και επ' αυτού το ΕΔΔΑ απάντησε ότι δεν μπορεί η απαγόρευση να είναι απόλυτη και χωρίς όρους και περιορισμούς:

"56. Στην παρούσα υποθεση, ο προσφεύγων εξέτιε ποινή φυλάκισης, χρόνο κατά τον οποίο του απαγορεύτηκε από τον εσωτερικό κανονισμό του σωφρονιστικού ιδρύματος να αφήσει γενειάδα από. Αυτοί οι κανόνες έθεσαν μια απόλυτη απαγόρευση για τους κρατούμενους που έχουν υπογένειο, ανεξάρτητα από το μήκος του, την καθαριότητά του ή άλλες προϋποθέσεις και δεν περιλάμβαναν ρητές εξαιρέσεις αυτής της απαγόρευσης (βλ. ανωτ. παρ. 17). Ο προσφεύγων υπέβαλε δύο αιτήματα στις αρχές για να του επιτρέψουν να αφήσει μούσι, αλλά τα αιτήματά του απορρίφθηκαν ως αντίθετα στον εσωτερικό κανονισμό του ιδρύματος (βλ. παρ. 7 και 9 ανωτ.).
57. Μολονότι το Δικαστήριο αποδέχεται ότι τα Συμβαλλόμενα Κράτη έχουν αρχικά το δικαίωμα να θέτουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις σχετικά με την προσωπική εμφάνιση των κρατουμένων, υπενθυμίζει ότι τέτοιοι κανόνες πρέπει να τηρούν τις προϋποθέσεις αναγκαιότητας και αναλογικότητας κατά την έννοια του Άρθρου 8 § 2 της Σύμβασης. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο έχει εκφράσει τις επιφυλάξεις του για την ύπαρξη νόμιμου στόχου που επιδιώκεται από τον επίδικο περιορισμό των δικαιωμάτων του Άρθρου 8 (βλ. ανωτ. παρ. 54). Λαμβάνει επίσης υπόψη το πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, σε μια υπόθεση όμοια με αυτή του προσφεύγοντος και το οποιο εκδόθηκε περίπου τον ίδιο χρόνο κατά τον οποίο η προσφυγή του προσφεύοντος δικάστηκε από τα εγχώρια δικαστήρια, ότι αυτή η απαγόρευση δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί για λόγους υγιεινής ή για την ανάγκη να ταυτοποιούνται οι κρατούμενοι (βλ. ανωτ. παρ. 19). Το Δικαστήριο περαιτέρω κρίνει ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η απόλυτη απαγόρευση στην ανάπτυξη γενειάδας, ανεξάρτητα από τα υγειονομικά, αισθητικά ή άλλα χαρακτηριστικά της και χωρίς καμία εξαίρεση (βλ. παρ. 56 ανωτ.) ήταν αναλογική. Τέλος, παρατηρεί ότι η απαγόρευση για τις γενειάδες στην υπόθεση του προσφεύγοντος δεν φαίνεται να αφορά και άλλους τύπους του τριχωτού της κεφαλής, όπως μουστάκια ή φαβορίτες, γεγονός που εγείρει θέμα αυθαιρεσίας.
1. Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση του προσφεύγοντος να αφήσει ή όχι μούσι σχετίζεται με την έκφραση της προσωπικότητάς του και της ατομικής του ταυτότητας που προστατεύεται από το Άρθρο 8 της Σύμβασης και ότι η Κυβέρνηση δεν απέδειξε την ύπαρξη μιας πιεστικής κοινωνικής ανάγκης για να δικαιολογήσει την απόλυτη απαγόρευση από την διατήρηση γενειάδας όταν αυτός ήταν στην φυλακή. Ως εκ τούτου υπάρχει παραβίαση του άρθρο 8 της Σύμβασης”.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 16, 2017

Απόφαση Αρχής Προσωπικών Δεδομένων για εκλογές αρχηγού στην Κεντροαριστερά

Με μια πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση που δημοσιεύθηκε σήμερα, η Αρχή έδωσε άδεια στην Ανεξάρτητη Επιτροπή Διαδικασιών και Δεοντολογίας που λειτουργεί υπό την προεδρία του καθηγητή κ. Νίκου Αλιβιζάτου για την επεξεργασία των ευαίσθητων δεδομένων που θα συγκεντρωθούν για την διεξαγωγή ψηφοφορίας για την ανάδειξη του αρχηγού του νέου φορέα της Κεντροαριστεράς.

Η Αρχή ερμηνεύει την γνωστοποίηση αρχείου που υπέβαλε η Επιτροπή Διαδικασιών ως "αίτηση για χορήγηση άδειας επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων" και τελικά χορηγεί αυτή την άδεια με την απόφαση 126/2017 θέτοντας και ειδικούς όρους (βλ. εδώ).
Από νομικής απόψεως, εάν την διαδικασία την έκανε ένα υπάρχον κόμμα και αφορούσε μόνο τα μέλη του, δεν θα χρειαζόταν άδεια επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων, λόγω του ότι υπάρχει η απαλλακτική ρήτρα του άρθρου 7Α του Ν.2472/1997.
Όμως, η Αρχή έκρινε ότι εδώ το αίτημα δεν υποβάλλεται από κόμμα, αλλά από την Επιτροπή Διαδικασιών υπό ίδρυση κόμματος, οπότε η επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων τελεί υπό την προϋπόθεση χορήγησης άδειας κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.2472/1997. Η νομιμοποιητική βάση της επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων είναι η "γραπτή συγκατάθεση" των υποκειμένων των δεδομένων.
Έτσι, η Αρχή επιτρέπει την δημιουργία αρχείου δηλ. εκλογικού καταλόγου για την ταυτοποίηση των ψηφοφόρων, καθώς και εθελοντών για το περιορισμένο χρονικό διάστημα των δύο (2) μηνών από την διεξαγωγή των εκλογών αυτών.
Όμως, ανάμεσα στα άλλα, η Αρχή αποφάσισε επιπλέον για αυτό το αρχείο ευαίσθητων δεδομένων ότι κρίνεται "επιτρεπτή η διαβίβασή του στα πολιτικά κόμματα και στις πολιτικές κινήσεις που συμπράττουν στο εγχείρημα της ίδρυσης του νέου πολιτικού φορέα, καθώς και στους υποψηφίους για την ηγεσία του, και η χρησιμοποίησή του εντός του ως άνω προσδιορισθέντος χρονικού διαστήματος."
Κατά την γνώμη μου, αυτή η περαιτέρω δυνατότητα διαβίβασης του αρχείου από τον υπεύθυνο επεξεργασίας σε τρίτους υπεύθυνους επεξεργασίας όπως είναι οι υποψήφιοι αρχηγοί αλλά και τα ιδρυτικά κόμματα δεν έχει καμία απολύτως βάση στον Ν.2472/1997. Δεν υπάρχει κανένα έρεισμα βάσει του οποίου η Επιτροπή Δεοντολογίας θα είχε νομιμοποίηση να διαβιβάσει έναν τέτοιο όγκο ευαίσθητων δεδομένων σε κάθε υποψήφιο αρχηγό. Εάν ο σκοπός είναι να διαπιστωθεί η τήρηση των διαδικασιών, αυτό θα ακύρωνε την ίδια την Επιτροπή Δεοντολογίας.
Το λάθος είναι ότι μια επεξεργασία που βασίζεται στην "γραπτή συγκατάθεση" για έναν συγκεκριμένο σκοπό (ταυτοποίηση για συμμετοχή στις εκλογές) δεν μπορεί να επεκτείνεται και σε άλλες επεξεργασίες για άλλους σκοπούς (π.χ. πολιτική επικοινωνία των υποψηφίων με τους ψηφοφόρους), γιατί έτσι καταστρατηγείται η αρχή του δεσμευτικά καθορισμένου σκοπού της επεξεργασίας (άρθρο 4 παρ. 1 (α) του Ν.2472/1997. 


Η ίδια η Αρχή στην Οδηγία 1/2010 για την επεξεργασία δεδομένων στο πλαίσιο πολιτικής επικοινωνίας εμφατικά έχει επισημάνει: 
Για να πληρούται η απαίτηση του νόμου περί ειδικότητας της συγκατάθεσης, θα 
πρέπει το υποκείμενο των δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχ. ια) ν. 2472/1997 να έχει προηγουμένως ενημερωθεί για το σκοπό της πολιτικής

επικοινωνίας, τα δεδομένα ή τις κατηγορίες αυτών που θα αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας, τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αυτών, στους οποίους τυχόν αποσταλούν τα δεδομένα καθώς και τα στοιχεία του υπευθύνου επεξεργασίας. Στα προσωπικά δεδομένα που πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο επεξεργασίας περιλαμβάνονται και τα στοιχεία επαφής του υποκειμένου των δεδομένων, έτσι ώστε το υποκείμενο των δεδομένων να  συγκατατίθεται και ως προς το χρησιμοποιούμενο μέσο της επικοινωνίας.
Ενδεικτικώς, η δήλωση συγκατάθεσης δύναται να έχει ως εξής:

“Επιθυμώ να λαμβάνω πολιτική επικοινωνία από/σχετικά με τον Χ στην [ταχυδρομική διεύθυνση / διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου / στο κινητό τηλέφωνο] που έχω δηλώσει για το σκοπό αυτό ή/και να διαβιβασθούν τα δεδομένα μου (με αναφορά σε ορισμένα ή όλα τα στοιχεία επαφής) [στον Χ /στην κατηγορία αποδεκτών Χ] προς το σκοπό της πολιτικής επικοινωνίας.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 13, 2017

Συστάσεις Συμβουλίου της Ευρώπης για τα intersex άτομα



H Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης ενέκρινε χτες το Ψήφισμα 2191/2017 "για την προώθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και την κατάργηση των διακρίσεων των μεσοφυλικών (intersex) ανθρώπων". Το κείμενο του Ψηφίσματος είναι αναρτημένο στην αγγλική γλώσσα στην ιστοσελίδα της Κ.Σ. του Συμβουλίου της Ευρώπης (βλ. εδώ), την συζήτηση μπορείτε να παρακολουθήσετε σε βίντεο εδώ και τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας εδώ

Παραθέτω εδώ μια μετάφραση στα Ελληνικά:

Προωθώντας τα ανθρώπινα δικαιώματα και καταργώντας τις διακρίσεις εις βάρος των μεσοφυλικών (intersex) ανθρώπων


1. Οι μεσοφυλικοί (intersex) άνθρωποι γεννιούνται με βιολογικά χαρακτηριστικά φύλου που δεν εναρμονίζονται με τις κοινωνικές νόρμες ή τους ιατρικούς ορισμούς που καθιστούν ένα πρόσωπο άρρεν ή θήλυ. Ορισμένες φορές, η κατάσταση ενός προσώπου ως μεσοφυλικού (intersex) εντοπίζεται κατά την γέννηση. Ορισμένες φορές προκύπτει αργότερα στην ζωή του, ιδίως κατά την διάρκεια της εφηβείας. Παρά την ευρεία ποικιλία των σχετικών περιπτώσεων, οι μεσοφυλικοί (intersex) άνθρωποι είναι σωματικά υγιείς. Μόνο λίγοι υποφέρουν από ιατρικές καταστάσεις που θέτουν την υγεία τους σε κίνδυνο. Επιπλέον, η κατάσταση των μεσοφυλικών (intersex) ανθρώπων έχει αντιμετωπιστεί για πολλά χρόνια ως ένα ουσιαστικά ιατρικό ζήτημα. Η επικρατούσα ιατρική άποψη ήταν ότι τα σώματα των μεσοφυλικών πρέπει και μπορούν να επαναπροσδιορίζονται προκειμένου να εναρμονίζονται με το άρρεν ή το θήλυ πρότυπο, συχνά μέσω χειρουργικών ή / και ορμονικών επεμβάσεων, ότι αυτό πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν νωρίτερα και ότι τα παιδιά πρέπει να ανατρέφονται κατά το φύλο που ανταποκρίνεται στο φύλο προς το οποίο επαναπροσδιορίστηκε το σώμα τους. 
2. Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση θεωρεί ότι αυτή η προσέγγιση συνιστά σοβαρές προσβολές της σωματικής ακεραιότητας, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις αφορούν πολύ μικρά παιδιά ή βρέφη που δεν είναι σε θέση να δώσουν την συγκατάθεσή τους και των οποίων η ταυτότητα φύλου είναι άγνωστη. Αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αποδείξεις για την τεκμηρίωση της επιτυχίας αυτών των επεμβάσεων σε βάθος χρόνου, ούτε άμεσος κίνδυνος για την υγεία, ούτε σαφής θεραπευτική στόχευση της θεραπείας που αποσκοπεί στην ελαχιστοποίηση των (θεωρούμενων) κοινωνικών παρά των ιατρικών προβλήμάτων. Συνήθως αυτό συνεπάγεται ισόβια ορμονοθεραπεία με ιατρικές επιπλοκές που συνοδεύονται από την ντροπή και την μυστικότητα.
3. Οι γονείς, ενώ τα παιδιά τους είναι βρέφη ή πολύ μικρά,  συχνά είναι υπό την πίεση να λάβουν επείγουσες αποφάσεις, καθοριστικές για την ζωή του παιδιού τους, χωρίς να έχουν πλήρη και επαρκή κατανόηση των μακροχρόνιων σωματικών συνεπειών των αποφάσεων για τα παιδιά τους.
4. Η κατανόηση αυτών των ζητημάτων αυξάνεται σταδιακά, αλλά χρειάζονται ακόμη συντονισμένες προσπάθειες προκειμένου να ευαισθητοποιηθεί το κοινό ως προς την κατάσταση και τα δικαιώματα των μεσοφυλικών (intesex) ατόμων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι είναι πλήρως αποδεκτοί στην κοινωνία, χωρίς στιγματισμό και αθέμιτες διακρίσεις. 
5. Η Συνέλευση υπογραμμίζει ότι είναι καθοριστικό να διασφαλιστεί ότι ο νόμος δεν δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια ως προς την ίση μεταχείριση των μεσοφυλικών (intersex) ατόμων. Αυτό καλύπτει και την διασφάλιση του ότι τα μεσοφυλικά (intersex) άτομα που δεν κατηγοριοποιούνται ως άρρενα ή θήλεα έχουν πρόσβαση στην νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου τους, και ότι όπου το φύλο τους δεν έχει καταγραφεί ορθά κατά τη γέννηση, θα υπάρχει μια απλή διαδικασία για την διόρθωσή του, βασισμένη μόνο στον αυτοπροσδιορισμό, όπως ορίζεται από το Ψήφισμα 2048 (2015) της Συνέλευσης για τις διακρίσεις εις βάρος των διεμφυλικών προσώπων στην Ευρώπη. Οι νόμοι κατά των διακρίσεων ενδεχομένως να πρέπει να τροποποιηθούν για να καλύπτεται αποτελεσματικά και η περίπτωση των μεσοφυλικών (intersex) ατόμων. 
6. Η Συνέλευση κρίνει ότι τα ανωτέρω μπορεί να εγείρουν σοβαρά ζητήματα σχετικά με μια σειρά διατάξειων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Αρ. Ευρ. Συμβ. 5), ιδίως ως προς τα άρθρα 3 και 8.
7. Υπό το φως των ανωτέρω και έχοντας κατά νου τις διατάξεις της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και της Αξιοπρέπειας των Ανθρώπινων Υπάρξεων αναφορικά με την εφαρμογή της Βιολογίας και της Ιατρικής: Σύμβαση για την Βιοϊατρική (Αρ. Ευρ. Συμβ. 164, "Σύμβαση Οβιέδο") και τις σχετικές συστάσεις στο Ψήφισμα 1952 (2013) για το δικαίωμα των παιδιών στην σωματική ακεραιότητα, καθώς και αυτές του Επιτρόπου του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και πολλών άλλων οργάνων των συνθηκών των Ηνωμένων Εθνών, η Συνέλευση καλεί τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης:
7.1. όσον αφορά την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος των παιδιών επί της σωματικής ακεραιότητας και του σωματικού αυτοκαθορισμού και την ενδυνάμωση των μεσοφυλικών (intersex) ανθρώπων σχετικά με τα δικαιώματα αυτά:
 7.1.1. να απαγορευθούν οι μη αναγκαίες ιατρικές χειρουργικές επεμβάεις "κανονικοποίησης" του φύλου, η στείρωση και άλλες θεραπείες που εφαρμόζονται στα μεσοφυλικά (intersex) παιδιά χωρίς την συγκατάθεσή τους κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσής τους
7.1.2. να διασφαλιστεί ότι κάθε επέμβαση που αποσκοπεί στην μεταβολή των χαρακτηριστικών φύλου του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων των γονάδων, των γεννητικών οργάνων και των εσωτερικών αναπαραγωγικών οργάνων, αναβάλλεται μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο το παιδί θα είναι σε θέση να λάβει μέρος στην λήψη της απόφασης, βάσει του αυτοπροσδιορισμού του και σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης και ενημερωμένης συγκατάθεσης, εκτός από τις περιπτώσεις που η ζωή του παιδιού βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο
7.1.3. να παρασχεθεί σε όλα τα μεσοφυλικά (intersex) παιδια φροντίδα υγείας από εξειδικευμένες ομάδες όλων των ειδικοτήτων με ολιστική προσέγγιση που θέτει στο επίκεντρο τις ανάγκες του ασθενούς συμπεριλαμβάνοντας όχι μόνο επαγγελματίες υγείας, αλλά και άλλα σχετικά επαγγέλματα, όπως ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, ειδικούς επί θεμάτων δεοντολογίας, σύμφωνα με οδηγίες που συντάσσονται από οργανώσεις μεσοφυλικών (intersex) και σχετικών επαγγελματιών
7.1.4. να διασφαλιστεί ότι τα μεσοφυλικά (intersex) παιδιά έχουν επαρκή πρόσβαση σε φροντίδα υγείας σε όλη την ζωή τους
7.1.5. να διασφαλιστεί ότι τα μεσοφυλικά (intersex) παιδιά έχουν πλήρη πρόσβαση στους ιατρικούς τους φακέλους
7.1.6. να εκπαιδευτούν κατάλληλα και με τις σύγχρονες αντιλήψεις όλοι οι επαγγελματίες υγείας, οι ψυχολόγοι και οι υπόλοιποι ενδιαφερόμενοι, ως προς το καθαρό μήνυμα ότι τα σώματα των μεσοφυλικών (intersex) είναι στοιχεία της φυσικής βιοποικιλότητας ως προς την ανάπτυξη του φύλου και ότι δεν χρειάζονται τροποποιητικές επεμβάσεις ως τέτοια
7.2. ως προς την υποστήριξη των μεδοφυλικών (intersex) ανθρώπων, των γονέων και των κοντινών τους ανθρώπων, σχετικά με τις προκλήσεις που τίθενται μεταξύ άλλων από τις κοινωνικές συμπεριφορές έναντι της ποικιλίας των χαρακτηριστικών φύλου:
7.2.1. να διασφαλιστεί ότι οι μεσοφυλικοί (intersex) και οι οικογένειές τους έχουν πρόσβαση σε επαρκείς μηχανισμούς ψυχοκοινωνικής υποστήριξης σε όλη τους την ζωή
7.2.2. να υποστηριχθούν οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που εργάζονται για να δώσουν τέρμα στην σιωπή σχετικά με την κατάσταση των μεσοφυλικών (intersex) ανθρώπων και για την δημιουργία ενός περιβάλλοντος στο οποίο τα μεσοφυλικά (intersex) άτομα νιώθουν ελεύθερα να μιλούν ανοικτά για τις εμπειρίες τους
7.3. ως προς την αστική κατάσταση και την νομική αναγνώριση φύλου :
7.3.1. να διασφαλιστεί ότι οι νόμοι και οι πρακτικές σχετικά με την ληξιαρχική εγγραφή των γεννήσεων, ιδίως ως προς την καταχώριση του φύλου του νεογνού, σέβονται κατάλληλα το δικαίωμα την ιδιωτική ζωή επιτρέποντας επαρκή ευελιξία στην περίπτωση των μεσοφυλικών (intersex) παιδιών, χωρίς να εξαναγκάζονται οι γονείς ή οι επαγγελματίες υγείας να αποκαλύψουν την κατάσταση ενός παιδιού ως μεσοφυλικού (intersex) αν δεν υπάρχει ανάγκη 
7.3.2. να απλοποιήσουν τις διαδικασίες για την νομική αναγνώριση φύλου σύμφωνα με τις συστάσεις που περιλαμβάνονται στο Ψήφισμα 2048 (2015) και να διασφαλίσουν ότι αυτές οι διαδικασίες είναι ταχείες, διαφανείς και προσβάσιμες για όλους και ότι βασίζονται στον αυτοκαθορισμό. 
7.3.3. να διασφαλιστεί, οποτεδήποτε χρησιμοποιούνται κατηγοριοποιήσεις φύλου από δημόσιες αρχές, ότι υπάρχει ένα εύρος επιλογών διαθέσιμο για όλους τους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων των μεσοφυλικών (intersex) που δεν προσδιορίζονται ως άρρενα ή θήλεα. 
7.3.4. να εξεταστεί η δυνατότητα προαιρετικής καταχώρισης φύλου στις ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως και σε άλλα έγγραφα ταυτοποίησης 
7.3.5. να διασφαλιστεί, σύμφωνα με το δικαίωμα για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, ότι τα μεσοφυλικά (intersex) άτομα δεν αποκλείονται από το δικαίωμα σύναψης συμφώνου συμβίωσης ή γάμου ή να εξακολουθήσουν να βρίσκονται σε ισχύ τέτοια σύμφωνα συμβίωσης ή γάμοι και μετά την νομική αναγνώριση του φύλου τους
7.4. όσον αφορά την καταπολέμηση των αθέμιτων διακρίσεων εις βάρος των μεσοφυλικών (intersex) προσώπων, να διασφαλιστεί ότι η νομοθεσία για την καταπολέμηση των αθέμιτων διακρίσεων εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις που πρέπει να προστατευθούν μεσοφυλικά (intersex) άτομα, είτε με την εισαγωγή των χαρακτηριστικών φύλου ως ειδικού λόγου σε όλα τα νομοθετικά κείμενα κατά των αθέμιτων διακρίσεων, είτε ή και με την ευαισθητοποίηση δικηγόρων, αστυνομικών, εισαγγελέων, δικαστών και άλλων σχετικών επαγγελματιών καθώς και των μεσοφυλικών (intersex) ατόμων ως προς την δυνατότητα χειρισμού των αθέμιτων διακρίσεων εναντίον τους ως απαγορευμένου λόγου διάκρισης λόγω φύλου ή και λόγω "άλλου" (μη κατονομαζόμενου) λόγου όταν ο κατάλογος των απαγορευμένων λόγων διάκρισης στην σχετική εθνική νομοθεσία κατά των διακρίσεων δεν είναι εξαντλητικός
7.5. να συλλεχθούν περισσότερα δεδομένα και να διεξαχθούν περαιτέρω έρευνες για την κατάσταση και τα δικαιώματα των μεσοφυλικών (intersex) προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των μακροπρόθεσμων συνεπειών των χειρουργικών επεμβάσεων "κανονικοποίησης" του φύλου, στείρωσης και άλλων θεραπειών που εφαρμόζονται σε μεσοφυλικά (intersex) άτομα χωρίς την ελεύθερη και ενημερωμένη σχετική συγκατάθεσή τους. 
7.5.1. να διεξαχθεί μια έρευνα ως προς την βλάβη που προκαλείται από παλαιότερες επιθετικές ή και μη αναστρέψιμες επεμβάσεις "κανονικοποίησης" του φύλου σε άτομα χωρίς την συγκατάθεσή τους και να εξεταστεί η καταβολή αποζημίωσης εν δυνάμει από ειδικό ταμείο για άτομα τα οποία έχουν υποστεί τέτοια αποτελέσματα από επεμβάσεις που ασκήθηκαν σε αυτά
7.5.2. προκειμένου να σχηματιστεί μια πλήρης εικόνας για την τρέχουσα πρακτική, να τηρηθεί αρχείο όλων των επεμβάσεων που διεξάγονται σε χαρακτηριστικά φύλου των παιδιών
 7.6. να οργανωθούν εκστρατείες ευαισθητοποίησης των σχετιζόμενων επαγγελματιών όπως επίσης και του γενικού κοινού όσον αφορά την κατάσταση και τα δικαιώματα των μεσοφυλικών (intersex) ανθρώπων. 
8. Τέλος, η Συνέλευση καλεί τα εθνικά κοινοβούλια να εργαστούν ενεργητικά, με την συμμετοχή των μεσοφυλικών (intersex) προσώπων και των αντιπροσωπευτικών οργανώσεών τους για την ευαισθητοποίηση του κοινού σχετικά με την κατάσταση των μεσοφυλικών (intersex) ανθρώπων στην χώρα τους και να υλοποιήσουν τις ανωτέρω συστάσεις. 

Τρίτη, Οκτωβρίου 10, 2017

O νέος νόμος για την ταυτότητα φύλου και tips για την εφαρμογή του

Ψηφίστηκε σήμερα από την Ολομέλεια της Βουλής το νομοσχέδιο για την νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου και το νομοσχέδιο οδεύει προς υπογραφή στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και, στην συνέχεια, για δημοσίευση στο Φ.Ε.Κ. οπότε και θα τεθεί σε εφαρμογή. 

Το τελικό κείμενο που ψηφίστηκε από την Βουλή προβλέπει ότι το άτομο που επιθυμεί να διορθώσει την ληξιαρχική κατάχώρηση φύλου και ονοματεπωνύμου ακολουθεί την δικαστική διαδικασία της Εκούσιας Δικαιοδοσίας (jurisdictio voluntaria), στο Ειρηνοδικείο της περιφέρειας του ληξιαρχείου που βρίσκεται η ληξιαρχική πράξη γέννησής του. Επομένως, εάν ένα πρόσωπο δεν έχει γεννηθεί στην Ελλάδα δεν μπορεί να προχωρήσει στην διόρθωση της ληξιαρχικής καταχώρησης φύλου, εκτός εάν έχει ήδη πραγματοποιήσει την διόρθωση στο αλλοδαπό ληξιαρχείο και θέλει την μεταγραφή της αλλοδαπής ληξιαρχικής πράξης στο Ειδικό Ληξιαρχείο του Υπουργείου Εσωτερικών.

Κατ' εξαίρεση, τα Ειρηνοδικεία έχουν δεχτεί ότι αρμόδιο είναι και το δικαστήριο του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου προσώπου. Ωστόσο αυτή η κατ' εξαίρεση αποδοχή, αν και βασίζεται σε πάγια νομολογία, δεν περιλαβάνεται δυστυχώς στον νέο νόμο, αλλά εξακολουθεί να πηγάζει από σειρά δικαστικών αποφάσεων νομικής αναγνώρισης ταυτότητας φύλου

Η διαδικασία ξεκινάει με το δικόγραφο που θα συντάξει η/ο δικηγόρος του προσώπου, στο οποίο θα εκτίθεται το ιστορικό του ατόμου ως προς το φύλο και την χρήση του νέου ονόματος, καθώς θα πρέπει να τεκμηριωθεί η ασυμφωνία ανάμεσα στην ληξιαρχική καταχώριση και την ταυτότητα φύλου. Στη συνέχεα, η/ο δικηγόρος καταθέτει το δικόγραφο στο Ειρηνοδικείο, μαζί με το Γραμμάτιο του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίο ανήκει και ο Ειρηνοδίκης ορίζει ημερομηνία δικασίμου, καθώς και προ πόσων ημερών πρέπει να γίνει η επίδοση του δικογράφου στον εισαγγελέα. Συνήθως ορίζεται 3 - 15 ημέρες πριν την δικάσιμο. Αυτά δεν αναγράφονται μεν στον νέο νόμο, ισχύουν όμως από τις διατάξεις της Εκούσιας Δικαιοδοσίας.

Ένας/μία δικαστικός επιμελητής λαμβάνει την εντολή από την/τον δικηγόρο να επιδόσει το δικόγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα και αμείβεται για την συγκεκριμένη επίδοση. Η/ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση επίδοσης, η οποία πρέπει να αποτελέσει μέρος του φακέλου που θα κατατεθεί στον δικαστή. Εάν δεν περιληφθεί η εν λόγω έκθεση επίδοσης, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω μη τήρησης διάταξης που διέπει την προδικασία. 

Καθώς ο νέος νόμος δεν επιτρέπει το δικαίωμα για τα έγγαμα άτομα, θα πρέπει να προσκομίζεται και ένα πιστοποποιητικό οικογενειακής κατάστασης στο φάκελο που θα κατατεθεί στον/στην Ειρηνοδίκη κατά την ημέρα της δικασίμου. Επίσης θα χρειαστεί αντίγραφο της ληξιαρχικής πράξης γέννησης και βάπτισης αν υπάρχει (προσοχή: όχι πιστοποιητικού γέννησης ή άλλης βεβαίωσης, αλλά αντίγραφο της ίδιας της ληξιαρχικής πράξης). Επειδή με τον νέο νόμο προστίθεται ως προϋπόθεση και η πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, ενδέχεται οι Ειρηνοδίκες να ζητήσουν αποδεικτικά και για αυτό, όπως ότι το πρόσωπο δεν τελεί σε δικαστική συμπαράσταση ή άλλα πιστοποιητικά, αλλά επειδή η δικαιοπρατική ικανότητα πρέπει να τεκμαίρεται κανονικά δεν πρέπει οι δικηγόροι να τα πηγαίνουν εξ αρχής. Οι Ειρηνοδίκες εάν επιθυμούν κι άλλες αποδείξεις, λόγω του ευέλικτου της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επικοινωνούν τηλεφωνικά με τους δικηγόρους και τους ενημερώνουν. Απαραίτητο θεωρώ για τον φάκελο ότι είναι και η φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητας και άλλων δημοσίων εγγράφων (π.χ. άδεια οδήγησης, πτυχία, διπλώματα) που καταδεικνύουν το πρόβλημα αναντιστοιχίας ανάμεσα στο καταχωρισμένο φύλο και την ταυτότητα φύλου. Εξυπακούεται ότι εάν το άτομο έχει υποβληθεί σε ιατρικές πράξεις, καλό είναι, αν και πλέον ο νόμος δεν το απαιτεί, να τεθούν υπόψη του δικαστηρίου, με προσκόμιση των σχετικών βεβαιώσεων ή πρακτικών χειρουργείου, ώστε να έχει διαμορφώσει μια ολοληρωμένη εικόνα για την ασυμφωνία καταχωρισμένου φύλου και ταυτότητας φύλου. 

Την ημέρα της δικασίμου ο/η δικηγόρος οφείλει να συντάξει δεύτερο δικόγραφο, τις "Προτάσεις" που συνοδεύουν τον φάκελο με τα έγγραφα. 

Η δίκη πλέον θα γίνεται στο γραφείο της/του Ειρηνοδίκη, χωρίς ακροατήριο. Οι δικαστές έχουν την δυνατότητα να εξετάσουν και μάρτυρες, οπότε καλό είναι να έρχεται και ένα άτομο του συγγενικού ή φιλικού περιβάλλοντος του ατόμου ώστε να αποδεικνύεται η χρήση του επιθυμητού νέου ονόματος στην καθημερινότητα του ατόμου. Ο/η μάρτυρας ορκίζεται ότι το άτομο παρουσιάζει την ασυμφωνία καταχωρισμένου φύλου - ταυτότητας φύλου και καταθέτει ποιο όνομα χρησιμοποιεί το άτομο στις κοινωνικές του σχέσεις. 

Ο δικαστής μπορεί να υποβάλει ερωτήσεις στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Σκοπός των ερωτήσεων είναι να διαπιστωθεί κατά πόσον συντρέχει ή όχι η ασυμφωνία καταχωρισμένου φύλου και ταυτότητας φύλου. Η ασυμφωνία πρέπει να αποδειχθεί και το Δικαστήριο να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση. 

Στη συνέχεια, ο Δικαστής δηλώνει ότι η υπόθεση "συζητείται" και η πλευρά του αιτούντος προσώπου φεύγει από το γραφείο, αφήνοντας τον φάκελο, με  Γραμμάτιο Παράστασης Δικηγόρου και Γραμμάτιο Προτάσεων του οικείου δικηγορικού συλλόγου. 

Ο/η Ειρηνοδίκης εντός των επόμενων εβδομάδων εκδίδει την απόφαση. Στη συνέχεια αναμένεται η καθαρογραφή της απόφασης και η υπογραφή της από τον/την δικαστή και την/τον γραμματέα. Μόλις ολοκληρωθεί αυτό το στάδιο, ο/η δικηγόρος λαμβάνει επικυρωμένα αντίγραφα της απόφασης, την οποία πρέπει να επιδώσει στον αρμόδιο εισαγγελά. 

Ο/η δικαστικός επιμελητής επιδίδει επικυρωμένο αντίγραφο στον/στην εισαγγελέα πρωτοδικών και στην συνέχεια συντάσσει έκθεση επίδοσης. Ο/η εισαγγελέας μπορεί εντός 30 ημερών να προσβάλλει την απόφαση με ένδικα μέσα. Όταν παρέλθουν οι 30 ημέρες, ο/η δικηγόρος υποβάλλει στη Γραμματεία του Ειρηνοδικείου αίτηση για την έκδοση πιστοποιητικού περί μη άσκησης ένδικων μέσων. Στην συνέχεια, η Γραμματεία ελέγχει τα βιβλία των ενδίκων μέσων και εάν η Εισαγγελία δεν έχει ασκήσει κάποιο ένδικο μέσο, εκδίδει το σχετικό πιστοποιητικό. 

Το επόμενο στάδιο είναι το ληξιαρχείο. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο συνεπικουρούμενο από το δικηγόρο του προσκομίζει στο ληξιαρχείο επικυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, αντίγραφο της δεύτερης έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή προς την εισαγγελία, καθώς και επικυρωμένο αντίγραφο του πιστοποιητικού περί μη άσκησης ενδίκου μέσου και υποβάλλει αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης. Ο ληξίαρχος συντάσσει επί τόπου την διόρθωση στον τόμο του ληξιαρχείου στον οποίο βρίσκεται η αρχική ληξιαρχική πράξη γέννησης και εκδίδει το σχετικό απόσπασμα, αντίγραφο του οποίου δίνει στο άτομο. Εάν το άτομο είναι δημότης του ίδιου δήμου (δηλ. ψηφίζει στον δήμο που είναι καταχωρισμένη η ληξιαρχική πράξη γέννησης), υποβάλλεται και αίτημα για διόρθωση του δημοτολογίου. Εάν το άτομο δεν είναι δημότης του ίδιου δήμου, θα πρέπει να λάβει αντίγραφα από όλα τα προηγούμενα έγγραφα και να πάει στο δημοτολόγιο του δήμου που είναι γραμμένο, ώστε να ζητήσει εκεί την δημοτολογική διόρθωση. Δυστυχώς, στο νέο νόμο δεν υπάρχει αυτεπάγγελτη διαδικασία, οπότε το άτομο με τον δικηγόρο του θα πρέπει να κάνει το ίδιο αυτό το βήμα.

Η απόφαση για την δημοτολογική διόρθωση, επειδή συνδέεται και με την διαγραφή ή την εγγραφή στους στρατολογικού καταλόγους, δεν λαμβάνεται από τον Δήμο, αλλά από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Ο Δήμος απλά συγκεντρώνει το αίτημα και τα έγγραφα και, μαζί με μια έγχρωμη φωτογραφία ταυτότητας του προσώπου (για να εκδοθεί πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας), προωθεί το φάκελο για λήψη απόφασης από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Συνήθως εκεί παρουσιάζεται σημαντική καθυστέρηση. Επίσης, εάν υπάρχει διαφορετικός δήμος ληξιαρχικής εγγραφής από την δημοτολογική εγγραφή ή και από το βιβλίο αρρένων (δηλαδή εμπλέκονται τρεις δήμοι), χρειάζεται πολύ στενή συνεργασία και των τριών, προκειμένου να συνταχθεί το κατάλληλο πιστοποιητικό ταυτοπροσωπίας προς την Αποκεντρωμένη Διοίκηση. Εδώ υπάρχει ένα κενό στην σχετική Υπουργική Απόφαση που δεν έχει προβλέψει την περίπτωση εμπλοκής τριών δήμων, παρόλο που η περίπτωση είναι συνήθης.

Όταν η Αποκεντρωμένη Διοίκηση λάβει την απόφαση διαγραφής / εγγραφής στους στρατολογικούς καταλόγους επιστρέφει τον φακελο στον δήμο του δημοτολογίου του προσώπου, οπότε συντελείται και η δημοτολογική διόρθωση που περνάει και στους εκλογικούς καταλόγους. Μετά από αυτό το στάδιο, το άτομο μπορεί να εμφανιστεί στο Τμήμα Ασφαλείας του τόπου κατοικίας του και να υποβάλει την παλιά ταυτότητά του για την έκδοση νέας αστυνομικής ταυτότητας, προσκομίζοντας όλα τα δικαιολογητικά που χρειάζονται για την έκδοση νέας αστυνομικής ταυτότητας και μαζί με έναν μάρτυρα.

Μετά την έκδοση της αστυνομικής ταυτότητας, το άτομο θα πρέπει να υποβάλει αιτήματα διόρθωσης των στοιχείων του σε όλα τα δημόσια (π.χ. πανεπιστήμια, εφορία) και ιδιωτικά (π.χ. τράπεζες) αρχεία που είναι καταχωρισμένο. Εάν κάποια δημόσια ή ιδιωτική υπηρεσία αρνείται να επικαιροποιήσει τα στοιχεία του ατόμου, τότε υποβάλλεται εντός 15 ημερών προσφυγή στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα για παράβαση του άρθρου 4 του Ν.2472/1997 και η Αρχή διατάζει την διόρθωση των στοιχείων. 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 09, 2017

H πρόταση νόμου της ΝΔ για την ταυτότητα φύλου

Σύμφωνα με σημερινή ανακοίνωση της ΝΔ, θα δοθεί σε δημόσια διαβούλευση μια πρόταση νόμου που δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά προχειρότητας του νομοσχεδίου που σήμερα συζητείται στην Βουλή.

Τα στοιχεία αυτής της πρότασης νόμου είναι:


  • δυνατότητα αλλαγής ταυτότητας φύλου μόνο μια φορά και μόνο από ενήλικα και μη έγγαμα άτομα και κατόπιν βεβαίωσης του υπεύθυνου του Ειδικού Ιατρείου του Αιγινήτειου Νοσοκομείου, από την οποία να προκύπτει ότι η δήλωση του προσώπου που αιτείται τη διόρθωση είναι ενσυνείδητη. 

  • Η διόρθωση του καταχωρισμένου φύλου γίνεται με δικαστική απόφαση, η οποία εκδίδεται μετά από δύο (2) αυτοπρόσωπες δηλώσεις του αιτούντος ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, σε ιδιαίτερο γραφείο χωρίς δημοσιότητα, οι οποίες απέχουν μεταξύ τους τέσσερις (4) μήνες. 


  • Τη δημιουργία ειδικών δομών, στελεχωμένων με εξειδικευμένο προσωπικό, για την υποστήριξη των ενδιαφερομένων.

Όμως, αυτή η πρόταση νόμου είναι αντίθετη στην Σύσταση 5/2010 της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού και ταυτότητας φύλου (βλ. εδώ) καθώς και στο Ψήφισμα 2048/2015 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τα δικαιώματα των διεμφυλικών (βλ. εδώ). Συγκεκριμένα:

Ως προς την ενηλικότητα

Το Ψήφισμα 2048/2015 καλεί τα κράτη 
6.2.1.να αναπτύξουν ταχείες, διαφανείς και προσβάσιμες διαδικασίες, βασιζόμενες στον αυτοπροσδιορισμό, ως προς την αλλαγή των ονομάτων και του καταχωρισμένου φύλου των διεμφυλικών ατόμων στα πιστοποιητικά γέννησης, τα δελτία ταυτότητας, τα διαβατήρια, τους τίτλους εκπαίδευσης και άλλα παρόμοια έγγραφα - να καταστήσουν αυτές τις διαδικασίες διαθέσιμες για όλα τα άτομα που επιθυμούν να τις χρησιμοποιήσουν, ανεξάρτητα από την ηλικία, την κατάσταση υγείας, την οικονομική κατάσταση, ή το αστυνομικό ιστορικό. 
6.2.5. να διασφαλίσουν ότι τα βέλτιστα συμφέροντα των παιδιών είναι το πρωταρχικό κριτήριο σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά.

Ως προς την προϋπόθεση της αγαμίας:
Το Ψήφισμα 2048/2015 καλεί τα κράτη 
6.2.3. να καταργήσουν κάθε περιορισμό στο δικαίωμα των διεμφυλικών ατόμων να παραμένουν σε έγγαμη κατάσταση μετά την αναγνώριση του φύλου τους - να διασφαλίζουν ότι οι σύζυγοι ή τα παιδιά τους δεν χάνουν δικαιώματα.

Ως προς την διπλή δίκη με 2 δηλώσεις που απέχουν 4 μήνες μεταξύ τους:

Η Σύσταση 5/2010 αναφέρει:
21. Τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα για να εγγυηθούν την πλήρη νομική αναγνώριση της αλλαγής φύλου ενός ατόμου σε όλες τις πτυχές της ζωής του, ιδίως καθιστώντας εφικτή την αλλαγή του ονόματος και του φύλου στα δημόσια έγγραφα με σύντομο, διαφανή και προσβάσιμο τρόπο. Τα κράτη μέλη οφείλουν, επίσης, να διασφαλίσουν, εφόσον κριθεί απαραίτητο, την αντίστοιχη αναγνώριση και αλλαγές από μη κρατικούς φορείς όσον αφορά σημαντικά έγγραφα, όπως εκπαιδευτικά ή εργασιακά πιστοποιητικά. 
Το Ψήφισμα 2048/2015 καλεί τα κράτη: 
6.2.1. να αναπτύξουν ταχείες, διαφανείς και προσβάσιμες διαδικασίες, βασιζόμενες στον αυτοπροσδιορισμό, ως προς την αλλαγή των ονομάτων και του καταχωρισμένου φύλου των διεμφυλικών ατόμων στα πιστοποιητικά γέννησης, τα δελτία ταυτότητας, τα διαβατήρια, τους τίτλους εκπαίδευσης και άλλα παρόμοια έγγραφα - να καταστήσουν αυτές τις διαδικασίες διαθέσιμες για όλα τα άτομα που επιθυμούν να τις χρησιμοποιήσουν, ανεξάρτητα από την ηλικία, την κατάσταση υγείας, την οικονομική κατάσταση, ή το αστυνομικό ιστορικό. 

Ως προς την ψυχιατρική γνωμάτευση

Το ψήφισμα 2048/2015 καλεί τα κράτη: 
6.2.2. να καταργήσουν την στείρωση και άλλες υποχρεωτικές ιατρικές πράξεις, όπως και την διάγνωση ψυχικής υγείας ως αναγκαίες νομικές προϋποθέσεις για την αναγνώριση της ταυτότητας φύλου ενός ατόμου στην διαδικασία για την μεταβολή του ονόματος και του καταχωρισμένου φύλου.

Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων: το βιβλίο

Ένα νέο πρόσωπο αναλαμβάνει καθήκοντα στις δημόσιες υπηρεσίες και σε ορισμένους οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα από τον Μάιο του 2018: ο ...