Τετάρτη, Φεβρουαρίου 29, 2012

Αποκωδικοποιώντας την ACTA

Το 2005 ήμουν στις Βρυξέλλες και εργαζόμουν σε μια ανεξάρτητη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο γραφείο του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. Ήταν η εποχή που η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοίμαζε την νομοθεσία για την υποχρεωτική αποθήκευση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων των χρηστών τηλεφωνίας και Διαδικτύου για σκοπούς καταπολέμησης του εγκλήματος. Εμείς ήμασταν στην απέναντι πλευρά, προσπαθώντας να μειώσουμε όσο το δυνατόν την έκταση της αποθήκευσης και επισημαίνοντας τους κινδύνους για την ιδιωτικότητα και τα ανθρώπινα δικαιώματα των χρηστών. Κάθε μέρα ακούγαμε και μια εξωφρενική είδηση, όπου διάφοροι ήθελαν να επεκτείνουν την αποθήκευση. Για παράδειγμα, η Πολωνία είχε ζητήσει η διάρκεια της αποθήκευσης να έχει χρονικό ορίζοντα 15ετίας! Μέσα σε όλο τον κυκεώνα καιροσκοπισμού των κυβερνήσεων εκείνης της περιόδου, κάποια στιγμή ακούστηκε και το αίτημα της βιομηχανίας του copyright, να μπει και μια διάταξη ώστε να έχουν κι αυτές την δυνατότητα να χρησιμοποιούν αποθηκευμένα δεδομένα, για σκοπούς καταπολέμησης της πειρατείας. Φυσικά ήταν κάτι που απορρίφθηκε αμέσως από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ήδη από το 2004 είχε θεσπίσει μια Οδηγία για την «επιβολή» των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτή την Οδηγία έρχεται να «επαναλάβει» και να ενισχύσει αρκετά, η ACTA, η διεθνής «συμφωνία για την καταπολέμηση των πλαστών προϊόντων», όπως λέγεται.

Διαβάστε όλο το άρθρο στην LIFO.gr


Κυριακή, Φεβρουαρίου 26, 2012

Όλη η ACTA σε μία ώρα

Τα πάντα για την ACTA σε μια ώρα.

Το πλήρες τελικό κείμενο της ACTA μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

H προσέγγισή μου σχετίζεται με δύο σημαντικές Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

1. Την Οδηγία 2000/31/ΕΚ για ορισμένες νομικές πτυχές της κοινωνίας της πληροφορίας (ηλεκτρονικό εμπόριο) - βλ. εδώ.

2. Την Οδηγία 2004/48/ΕΚ για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας - βλ. εδώ.

Δείτε επίσης:

Την τεκμηριωμένη αντίθεση στην ACTA από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα, για τις επιπλοκές που δημιουργούνται στην ελεύθερη κυκλοφορία των γενόσημων φαρμάτων (εδώ).

Το κείμενο της European Digital Rights (εδώ).

Μια γνωμοδότηση ακαδημαϊκών από το πανεπιστήμιο του Αννόβερο (εδώ).



Ακούστε τη χθεσινή retrospectiva από το radiobubble

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2012

Περί ACTA, στον 9,84

Σήμερα μίλησα στην εκπομπή "Ανοιχτά Σύνορα" του Κώστα Ράπτη, στον 9.84 για τα προβλήματα που δημιουργούνται με την ACTA.

Μπορείτε να ακούσετε την εκπομπή κάνοντας click εδώ (τα περί ACTA είναι μετά το 11.30')

Είναι τελικά αποτελεσματική η δημοσιοποίηση ονομάτων οφειλετών;

Είμαι αντίθετος στη δημοσιοποίηση καταλόγων ονομάτων πολιτών από το κράτος, είτε αυτοί είναι οφειλέτες του Δημοσίου, είτε "έβγαλαν" χρήματα στο εξωτερικό, είτε έχουν συμμετοχή σε "off-shore", είτε γενικώς υπάρχει ένα ερωτηματικό για την νομιμότητα της δράσης τους. Εάν υπάρχει "ερωτηματικό", να κινηθούν οι σχετικές διαδικασίες που έχει το Κράτος για την είσπραξη των ποσών που οφείλονται ή για την νόμιμη φορολόγηση. Εάν δεν υπάρχουν διαδικασίες, ας θεσπιστούν αυτές οι διαδικασίες. Η ίδια η δημοσιοποίηση δεν νομίζω ότι είναι λύση, πέρα από την παραγωγή αποδιοπομπαίων τράγων. Εξαιρούνται βεβαίως τα δημόσια πρόσωπα που ασκούν εξουσία: εκεί υπερέχει η αρχή της διαφάνειας.

Έχει περάσει πια σημαντικό διάστημα από το οποίο είδαν το φως της δημοσιότητας τέτοιες λίστες. Κάποιες μάλιστα και με την σύμφωνη γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Προϋπόθεση όμως της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα, είναι να εξυπηρετείται ένας θεμιτός στόχος, να είναι δηλαδή αποτελεσματική η δημοσιοποίηση των στοιχείων. Ήρθε λοιπόν η ώρα, να εξετάσουμε πια αυτό το στοιχείο, αφού έχει περάσει τόσος χρόνος από τις πρώτες δημοσιοποιήσεις. Οι ερωτήσεις είναι: πόσες εισπράξεις δημοσίων εσόδων είχαμε μετά την δημοσιοποίηση; Ποιος είναι ο αριθμός των οφειλετών κλπ που συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις του; Ποιο είναι το τελικό ποσό το οποίο εισήλθε στα ταμεία του Δημοσίου, λόγω του μέτρου της δημοσιοποίησης;

Θα ήθελα δηλαδή να δω μια έκθεση, η οποία να παρουσιάζει την αποτελεσματικότητα. Δεχθήκαμε μια υποχώρηση της νομικής προστασίας των προσωπικών δεδομένων, να δούμε τώρα εάν αυτή η υποχώρηση έπιασε τόπο ενόψει του σκοπού τον οποίο επιδίωκε. Γιατί αλλιώς, δεν θα πρόκειται παρά για μια ακόμη επικοινωνιακή δράση χωρίς περιεχόμενο, αλλά και με κόστος για την ιδιωτικότητα και κυρίως την κουλτούρα μιας κοινωνίας στην οποία θριαμβεύει ο καννιβαλισμός κι όχι η αναζήτηση εφικτών λύσεων.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 21, 2012

Μια ανάλυση της ACTA

Το πρώτο τμήμα του κεφαλαίου Ι της συμφωνίας τιτλοφορείται "Αρχικές Διατάξεις". Στο άρθρο 1 της ACTA αναφέρεται ότι καμία διάταξή της δεν παρεκκλίνει από άλλες υποχρεώσεις που έχουν συμβαλλόμενα μέρη (δηλαδή κράτη ή ενώσεις κρατών, όπως η ΕΕ) δυνάμει των ισχυουσών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας TRIPS. Αυτό το άρθρο ξεκαθαρίζει ότι όλες οι διατάξεις της ACTA, παρόλο που θα αποτελούν διεθνές δίκαιο, δεν θα κατισχύουν άλλων διατάξεων διεθνούς δικαίου που ήδη ισχύουν μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική ρήτρα, η οποία κανονικά θα πρέπει να ακυρώνει οποιαδήποτε άλλη διάταξη περιέχει η ACTA, εφόσον θεωρηθεί ότι είναι αντίθετη, για παράδειγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Από την άλλη πλευρά, αποτελεί μια εξαιρετικά ανησυχητική ρήτρα, διότι συνήθως οι διεθνείς συμφωνίες που κατ' εξοχήν παραβιάζουν άλλα διεθνή δικαιώματα, φροντίζουν να διακηρύσσουν την νομιμότητά τους, περιλαμβάνοντας μια τέτοια διαβεβαίωση, η οποία πολλές φορές καταντά θεωρητική, αφού τελικά παραπέμπει στην νομική ερμηνεία κι όχι στην νομική σαφήνεια και την ασφάλεια δικαίου. Πάντως, η ρήτρα του άρθρου 1 σημαίνει ότι σε περίπτωση αμφιβολίας, υποχωρεί η διάταξη της ACTA έναντι άλλης κατισχύουσας διάταξης του διεθνούς δικαίου. H συμφωνία TRIPS είναι μια άλλη σχετική πολυμερής συνθήκη που θεσπίστηκε στο πλαίσιο του Οργανισμού Παγκόσμιου Εμπορίου και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.2290/1995.

Στο άρθρο 2, η ACTA αναφέρει ότι οι ρυθμίσεις είναι ένα minimum που οφείλουν να ακολουθήσουν τα κράτη, τα οποία εάν το επιθυμούν μπορούν να το υπερβούν και να προβλέψουν εκτενέστερη επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Ωστόσο, η ίδια η ACTA αναγνωρίζει ότι κάθε κράτος είναι ελεύθερο να καθορίσει τη μέθοδο που κρίνει κατάλληλη για την εφαρμογή των διατάξεών της, στο πλαίσιο του νομικού του συστήματος και της πρακτικής. Αυτό σημαίνει ότι η ACTA δεν είναι μια σύμβαση άμεσης εφαρμογής, αλλά πρέπει να θεσπιστούν και νομοθετικά μέτρα σε εθνικό επίπεδο - εάν δεν υπάρχουν ήδη- για την επίτευξη των στόχων της συμφωνίας. Στο ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι καμία διάταξη της ACTA δεν δημιουργεί υποχρέωση κατανομής των πόρων μεταξύ της επιβολής δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κι επιβολης του νόμου γενικά, δηλαδή καμία διάταξη της ACTA δεν επεμβαίνει στα δημοσιονομικά της αντεγκληματικής πολιτικής και την σχετική διαχείριση υλικοτεχνικής υποδομής και ανθρώπινων πόρων. Πρόκειται για μια ρήτρα θεωρητικής εκμηδένισης του προϋπολογισμού του κόστους της ACTA, η οποία όμως μπορεί επίσης να αποδειχθεί προσχηματική, όπως και η ρήτρα του άρθρου 1. Σε κάθε περίπτωση όμως, εάν κάποια διάταξη όντως επεμβαίνει σε αυτά τα θέματα πρέπει να θεωρείται ως μη ισχύουσα.

Στο άρθρο 3 ("Σχέση με τα πρότυπα για τη διαθεσιμότητα και την έκταση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας"), η ACTA περιέχει δύο πολύ ενδιαφέρουσες διατάξεις. Η διάταξη της πρώτης παραγράφου αναφέρει ότι η ACTA δεν τροποποιεί τις διαταξεις που ισχύουν στο δίκαιο του κράτους και διέπουν την διαθεσιμότητα, την απόκτηση, την έκταση και την διατήρηση δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Στην δεύτερη παράγραφο, ακόμα πιο κατηγορηματικά, αναφέρει ότι η ACTA δεν παράγει καμία υποχρέωση εφαρμογής μέτρων από τα κράτη, όταν ένα δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας δεν προστατεύεται από τη νομοθεσία και τις κανονιστικές ρυθμίσεις του. Αυτό σημαίνει ότι η ACTA δεν επεμβαίνει στο ουσιαστικό μέρος του δικαίου διανοητικής ιδιοκτησίας και ότι δεν εισάγει υποχρεώσεις για τέτοια δικαιώματα που τυχόν δεν προβλέπονται στο εκάστοτε εθνικό δίκαιο. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα το ισχύον δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο Ν.2121/1993. Mέχρι και το 8ο κεφάλαιο ο νόμος αυτός προβλέπει ουσιαστικές διατάξεις: ποια είναι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το Ελληνικό δίκαιο (μετά αρχίζουν οι διατάξεις "επιβολής" των δικαιωμάτων). Στο κλασικό ηπειρωτικό δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα αποκτώνται με την διατύπωση ενός έργου (όχι με την "κατάθεση" σε κάποιο Γραφείο ή Οργανισμό, όπως συμβαίνει λ.χ. στις ΗΠΑ). Με την ACTA αυτό δεν αλλάζει. Επίσης, κατά το κλασικό ηπειρωτικό δίκαιο, δεν κατοχυρώνεται η "ιδέα", αλλά μόνο η διατύπωση ενός έργου. Για παράδειγμα, δεν μπορείς να κατοχυρώσεις έναν "ήρωα" (πέρα από την εμφάνισή του ή τον συγκεκριμένο κείμενο που εμφανίζεται να εκφέρει αυτός σε ένα σενάριο), ενώ στις Η.Π.Α. μπορείς. Ούτε κι αυτό αλλάζει με την ΑCTA. H ΑCTA έρχεται να φέρει νέες αρχές όσον αφορά την επιβολή των δικαιωμάτων και όχι την εναρμόνιση του ουσιαστικού μέρους της νομοθεσίας περί διανοητικής ιδιοκτησίας. Αν κάποια διάταξή της επιχειρήσει το αντίθετο, η ορθή ερμηνεία της πρέπει να την προσεγγίζει συσταλτικά, ενόψει του άρθρου 3.

Το άρθρο 4 έχει τίτλο "Ιδιωτικότητα και δημοσιοποίηση πληροφοριών". Στην πρώτη παράγραφο, διευκρινίζει ότι η ACTA δεν επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη (προσοχή: στα κράτη, όχι στους παρόχους σύνδεσης) να δημοσιοποιούν πληροφορίες εφόσον αυτό: α) απαγορεύεται από την νομοθεσία τους ή το διεθνές δίκαιο, β) παρεμποδίζει το δημόσιο συμφέρον ή την επιβολή του νόμου, γ) ζημιώνει τα θεμιτά εμπορικά συμφέροντα συγκκεριμένων επιχειρήσεων, δημόσιων ή ιδιωτικών. Σύμφωνα με την παράγραφο 2, όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει πληροφορίες από άλλο συμβαλλόμενο μέρος οφείλει να μην της χρησιμοποιήσει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρασχέθηκαν, εκτός εάν υπάρχει η συγκατάθεση του μέρους που παρέδωσε τις πληροφορίες. Επομένως, η ACTA σαφώς επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών, με τις παραπάνω 4 απαγορεύσεις, οι οποίες όμως είναι εξαιρετικά ευρείες κι ανοικτές σε ερμηνεία.

Το δεύτερο τμήμα του πρώτου κεφαλαίου έχει τίτλο "Γενικοί ορισμοί", όπως και το μοναδικό άρθρο που περιέχει, το άρθρο 5, το οποίο επίσης έχει τίτλο "γενικοί ορισμοί". Περιλαμβάνονται ορισμένοι όροι με δεσμευτικό νοηματικό περιεχόμενο. Ως "επιτροπή ACTA" oρίζεται μια επιτροή που δημιουργείται δυνάμει του κεφαλαίου V της ACTA. Ως "προϊόντα με εμπορικό σήμα το οποίο αποτελεί αντικείμενο παραποίησης ή απομίμησης" είναι κάθε προϊόν, συμπεριλαμβανομένης της συσκευασίας του, το οποίο φέρει χωρίς άδεια εμπορικό σήμα πανομοιότυπο με εμπορικό σήμα που έχει καταχωριστεί έγκρυα σε σχέση με το εν λόγω προϊόν κλπ. Δηλαδή, ένα προϊόν "μαϊμού". Ως "προϊόν παράνομης εκμεταλλευσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας" ορίζεται κάθε προϊόν το οποίο αποτελεί αντίγραφο άλλου προϊόντος, χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του σχετικού δικαιώματος ή του προσώπου που έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως από τον κάτοχο του δικαιώματος στη χώρα παραγωγής και το οποίο παράγεται με την αντιγραφή, άμεση ή έμμεση (τι σημαίνει άραγε "έμμεση αντιγραφή"; Αντιγραφή εξ αντιγράφου; Όπως η φωτοτυπία μιας φωτοτυπίας;) κάποιου άλλου αντικειμένου, τη στιγμή που η παραγωγή του εν λόγω αντιγράφου θα μπορούσε να θεωρηθεί παράβαση δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας ή άλλου σχετικού δικαιώματος βάσει της ιδιοκτησίας της ώρας στην οποία γίνεται η επίκληση των διαδικασιών που προβλέπονται στο κεφάλαιο ΙΙ (Νομικό πλαίσιο για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας). Ήδη αυτός ο ορισμός είναι εξόχως προβληματικός από απόψεως σαφήνειας. Κανένα προϊόν δεν είναι νομικά παράνομο εάν "θα μπορούσε να θεωρηθεί" ότι έχει δημιουργηθεί κατά παράβαση νόμου. Πρόκειται για μια ασάφεια, η οποία προσβάλλει θεμελιώδεις αρχές, όπως η αρχή της ασφάλειας δικαίου, ο σεβασμός του τεκμηρίου της αθωότητας, το in dubio pro reo, ενδεχομένως το nullum crimen nulla poena sine lege certa.

To κεφάλαιο ΙΙ της ACTA έχει τίτλο: "Νομικό πλαίσιο για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδικτησίας". Κάθε νομοθέτημα "για την επιβολή δικαιωμάτων" προϋποθέτει ότι υπάρχουν τα σχετικά δικαιώματα και απλώς οριοθετεί τον τρόπο πρακτικής διασφάλισής τους από παραβιάσεις. Συνεπώς, το κεφάλαιο αυτό, σύμφωνα και με τα αρχικά άρθρα, δεν πρέπει να προσθέσει τίποτε επί του ουσιαστικού δικαίου των κρατών.

Το τμήμα 1 του κεφαλαίου ΙΙ έχει τίτλο "Γενικές υποχρεώσεις." Στο άρθρο 6 που περιέχει, αναφέρεται γενικόλογα στην υποχρέωση των κρατών να έχουν αποτελεσματικό και γρήγορο σύστημα για την αντιμετώπιση παραβιάσεων δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, χωρίς όμως να δημιουργούνται εμπόδια για το νόμιμο εμπόριο και με μηχανισμούς για την εξασφάλιση της μη καταχρηστικής προσφυγής σε αυτές. Δηλαδή δεν πρέπει τα κράτη να δημιουργήσουν τελικά υπερ-ασπίδες προστασίας που θα δυσχεραίνουν τις νόμιμες συναλλαγές και τελικά την ελευθερία (νόμιμο εμπόριο είναι και η απλή παροχή πρόσβασης στο Διαδίκτυο), ούτε να διευκολύνουν διάφορες εταιρίες προστασίας δικαιωμάτων να προσφεύγουν για ψύλλου πήδημα στα νομικά συστήματα που θα ιδρύσουν τα κράτη.

Στο τμήμα 2, με τίτλο "Αστικές κυρώσεις", η ACTA γίνεται πιο συγκεκριμένη. Στο άρθρο 7 ("Πρόβλεψη διατάξεων πολιτικής δικονομίας") αναφέρεται ότι τα κράτη πρέπει να διαθέτουν συστήματα πολιτικής δικονομίας (δηλαδή δικαστηρίων που δικάζουν διαφορές μεταξύ ιδιωτών) για την επιβολή οποιουδήποτε δικαιώματος διανοητικής ιδιοκτησίας. Εφόσον, εννοείται, αυτό το δικαίωμα προβλέπεται ήδη από το εσωτερικό δίκαιο. Η διάταξη αυτή ήδη ακολουθείται από το ελληνικό δίκαιο: οι ιδιωτικές διαφορές πνευματικής ιδιοκτησίας υπάγονται στα αστικά δικαστήρια. Στο άρθρο 8 ("ασφαλιστικά μέτρα", αλλά όχι με την έννοια που χρησιμοποιείται ο όρος στην πολιτική δικονομία, εννοούν μάλλον συντηρητικά μέτρα), η ACTA επιβάλλει στα κράτη να εισάγουν διατάξεις βάσει των οποίων τα δικαστήρια μπορούν να εκδώσουν εντολές κατά άλλων συμβαλλόμενων μερών (δηλ. κρατών ή ενώσεων κρατών) για να σταματήσουν παράβαση ή να αποτρέψουν την είσοδο προϊόντων που σχετίζονται με παράβαση, στα δίκτυα εμπορίας. Πρόκειται για σαφή παραίτηση από το δικαίωμα της ετεροδικίας, η οποία όμως εφόσον αφορά ένα εμπορικό θέμα είναι θεμιτή. Ωστόσο, η γενικότητα της δυνατότητας παρεμπόδισης εισόδου προϊόντος "στα δίκτυα εμπορίας" δημιουργεί ανησυχία όσον αφορά την πιθανή εφαρμογή αυτής της δυνατότητας στο Διαδίκτυο. Παράλληλα, τα κράτη έχουν την δυνατότητα να περιορίζουν, κατά την δεύτερη παράγραφο, τα διαθέσιμα ένδικα μέσα μόνο στην καταβολή αποζημιώσεως, χωρίς δηλαδή άλλες απαγορεύσεις, εφόσον όμως τα συμβαλλόμενα μέρη ακολουθούν τις διατάξεις του μέρους ΙΙ της σύμβασης TRIPS.

To άρθρο 9 ("Αποζημίωση") προβλέπει το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια πρέπει να επιδικάζουν αποζημιώσεις για τις παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας, στην οποία περιλαμβάνονται διαφυγόντα κέρδη, αξία των παράνομων προϊόντων ή υπηρεσιών με βάση την αγοραία τιμή ή την προτεινόμενη τιμή λιανικής πώλησης. Αυτο ισχύει έτσι κι αλλιώς στο ελληνικό δίκαιο με βάσει τις γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Η ACTA προσθέτει κάποιες κατευθυντήριες γραμμές για τον τρόπο υπολογισμού των αποζημιώσεων που ακολουθούνται ήδη από τα δικαστήρια.

Το άρθρο 10 ("Άλλα έννομα μέσα") προβλέπει ότι τα δικαστήρια θα μπορούν να διατάξουν την καταστροφή των πλαστών προϊόντων χωρίς αποζημίωση του παραβάτη. Στη δεύτερη παράγραφο, όμως, αναφέρεται επίσης ότι τα δικαστήρια πρέπει να μπορούν να διατάζουν καταστροφή ή απόσυρση από τα δίκτυα εμπορίας "υλικών και των εργαλείων που χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο για την παραγωγή ή την δημιουργία των εν λόγω παράνομων προϊόντων, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και χωρίς την καταβολή κανενός είδους αποζημίωσης, κατά τρόπον ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος περαιτέρω παραβάσεων". Εδώ αρχίζουν οι παραλογισμοί της ACTA, και η γελοιοποίηση μιας διεθνούς συμφωνίας, το κείμενό της οποίας, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση ώστε τα δικαστήρια να απαγορεύσουν τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τα memory sticks, τα dvds, τα φωτοτυπικά, προγράμματα η/υ, τις εφαρμογές διαδικτύου, ή ακόμα και το ίδιο το χαρτί και το μελάνι. Είναι πραγματικά απίστευτο πώς δέχθηκαν τόσα κράτη να υπογράψουν μια τέτοια ανοησία, ίσως την μεγαλύτερη κουταμάρα που καταγράφηκε ποτέ σε νομικό κείμενο από την εποχή του κώδικα του Χαμουραμπί.

Στο άρθρο 11 ("Πληροφορίες σχετικά με την παράβαση") η νομική ανοησία συνεχίζεται: τα δικαστήρια μπορούν να υποχρεώσουν τους παραβάτες ή "φερόμενους" ως παραβάτες να αποκαλύψουν όλες τις πληροφορίες που έχουν για οποιοδήποτε πρόσωπο εμπλέκεται σε οποιαδήποτε πτυχή της παράβασης "ή της εικαζόμενης παράβασης" (!) και τα οποία αφορούν τα μέσα παραγωγής ή τα δίκτυα διανομής των παράνομων ή "εικαζόμενων παράνομων αγαθών ή υπηρεσιών" κλπ. Δηλαδή ένα δικαστήριο θα βγάλει μια απόφαση που θα καταδικάζει έναν παραβάτη να κατονομάσει τους συνεργούς του. Και αυτός, αμέσως μόλις καταδικαστεί, θα σπεύσει να αποκαλύψει ασμένως όλες αυτές τις πληροφορίες στις αρχές, θεωρούν οι πάνσοφοι συντάκτες και κυρίως οι υπογράψαντες την ACTA. H διάταξη, προσχηματικά, ξεκινάει με μια αναφορά στο ότι όλα αυτά ισχύουν υπό την επιφύλαξη της νομοθεσίας για την εμπιστευτικότητα και τον σεβασμό των προσωπικών δεδομένων. Με την θεωρητική αξία που έχει και το άρθρο 1 της ACTA.

Στο άρθρο 12 ("Προσωρινά μέτρα", αυτό που λέμε στη πολιτική δικονομία "ασφαλιστικά μέτρα") αναγνωρίζεται η δυνατότητα των δικαστηρίων να επιβάλλουν και μέτρα χωρίς να ακούσουν και τις δύο πλευρές. Πρόκειται βεβαίως για απόκλιση από θεμελιώδες δικαίωμα και επιχειρείται να βασιστεί ως εξαιρετική περίσταση στον "κίνδυνο" καταστροφής των αποδεικτικών στοιχείων. Αυτά βέβαια προβλέπονται ήδη από τον Ελληνικό νόμο, αλλά η εφαρμογή τέτοιων εξαιρέσεων γίνεται με τεράστια φειδώ. Το άρθρο πάντως επαναλαμβάνει ως ασφαλιστικό μέτρο την δυνατότητα των δικαστηρίων να κατάσχουν υλικά κλπ αντιγραφής.

Το Τμήμα 3 ("Συνοριακά μέτρα") περιλαμβάνει κάποιους κανόνες για τους ελέγχους σε τελωνεία, αλλά υπάρχει η υποσημείωση ότι δεν εφαρμόζεται μεταξύ κρατών που έχουν τελωνειακή ένωση (όπως η ΕΕ). Εδώ περιλαμβάνονται και δυνατότητες απαγόρευσης "ύποπτων προϊόντων".

Το Τμήμα 4 ("Επιβολή ποινικών κυρώσεων") προβλέπει συμπεριφορές που πρέπει να ποινικοποιήσουν τα κράτη μέλη. Τα κράτη δεσμεύονται να ποινικοποιήσουν τις παραβάσεις που γίνονται σε "εμπορική κλίμακα". Στο σημείο αυτό η ACTA αντιγράφει τον όρο "εμπορική κλίμακα" από την ευρωπαϊκή Οδηγία 2004/48, η οποία αποτελεί σε αρκετά σημεία και ένα πρότυπο που γενικότερα ενέπνευσε την ACTA. Ωστόσο, η Οδηγία 2004/48 έχει υποβληθεί σε ερμηνεία και σε συνάρτηση άλλα νομοθετήματα του Ευρωπαϊκού δικαίου, και πολύ πρόσφατα υπήρξε η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που οριοθέτησε την εμβέλειά της στις διαδικτυακές υπηρεσίες (βλ. εδώ). Η "εμπορική κλιμακα" στο ελληνικό δίκαιο ήδη μετατρέπει σε κακούργημα την παραβίαση πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 66 του Ν.2121/1993. Σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να θεσπίζουν ποινικές κυρώσεις για μη εξουσιοδοτημένη αντιγραφή κινηματογραφικών ταινιών "κατά την προβολή τους σε χώρο προβολής γενικά ανοικτό στο κοινό". Ένα ιδιώνυμο, δηλαδή, που προφανώς ήδη καλύπτεται από τις γενικές διατάξεις. Είναι τέτοια η οσφυοκαμψία του νομοθέτη στην βιομηχανία του κινηματογράφου που δεν τηρούνται ούτε τα προσχήματα.

Το Τμήμα 5 της ACTA αφορά την "Επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Ψηφιακό Περιβάλλον". Στο άρθρο 27 αναφέρεται ότι οι αστικές και οι ποινικές κυρώσεις πρέπει να ισχύουν και στο ψηφιακό περιβάλλον. Ως παράβαση θεωρείται και η "παράνομη χρήση μέσων ευρείας διάδοσης για παράνομους σκοπούς". Πάντως η διάταξη επαναλαμβάνει και τη γνωστη γενική ρήτρα, βάσει της οποίας οι διαδικασίες αυτές πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπον ώστε να αποφεύγονται εμπόδια στις νόμιμες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένου του ηλεκτρονικού εμπορίου και να τηρούνται θεμελιώδεις ρχές όπως η ελευθερία έκφρασης η δίκαιη δίκη και η ιδιωτικότητα. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια παραπομπή και υποσημείωση, στην οποία αναφέρεται ως παράδειγμα τέτοιας θεμελιώδους αρχής οι τυχόν περιορισμοί ευθύνης των παρόχων υπηρεσιών διαδικτύου. Η ACTA εδώ παραπέμπει εμμέσως στην πολύ σημαντική Οδηγία 2000/31/ΕΚ, κατά την οποία οι πάροχοι υπηρεσιών κοινωνίας της πληροφορίας απαλάσσονται από την ευθύνη για το περιεχόμενο που αναρτούν οι χρήστες κι ευθύνονται μόνον εάν λάβουν γνώση ότι διακινείται κάτι παράνομο. Έτσι, η Οδηγία 2000/31/ΕΚ καθίσταται το πιο πολύτιμο νομοθέτημα του Ευρωπαϊκού δικαίου για την διατήρηση της ουδετερότητας του δικτύου (net neutrality) και την αποτροπή των σχέσεων ευθύνης - προληπτικού ελέγχου περιεχομένου. Βάσει αυτής της Οδηγίας εκδόθηκαν σημαντικότατες αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ, οι οποίες προασπίστηκαν την ελεύθερη λειτουργία της Google, της e-Bay, αλλά και των ISP και των social networking services. Μόνο ορισμένα χαμηλόβαθμα ελληνικά δικαστήρια, τελευταία, εμμένουν να περιφρονούν την Οδηγία 2000/31/ΕΚ και το ελληνικό αντίστοιχό της, το π.δ. 131/2003, επαναφέροντας τις παλαιολιθικές διατάξεις περί Τύπου στο Διαδίκτυο. Αλλά αυτό είναι ακόμη ένα θέμα σε εξέλιξη και σύντομα εκτιμώ ότι θα έχουμε νεότερες αποκαταστάσεις επί του θέματος.

Στο άρθρο 27 παράγραφος 4 η ACTA αναφέρει ότι τα κράτη μπορούν να επιβάλλουν στους ISP να αποκαλύπτουν άμεσα τα στοιχεία για τον εντοπισμό ενός συνδρομητή που φέρεται ότι χρησιμοποίησε τη σύνδεση για την παράβαση πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό, όμως, πρέπει να γίνεται μέσα από την εθνική νομοθεσία. Αυτή τη στιγμή, στην Ελλάδα ο Ν.2225/1994 δεν επιτρέπει την άρση του απορρήτου για παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Υπάρχει βέβαια η γνωμοδότηση Σανιδά, η οποία όμως μπορεί να έχει κάποια εφαρμογή μόνο για τις εγχώριες υποδομές και ηλεκτρονικές διευθύνσεις/εταιρίες, όχι όμως σε περίπτωση που εμπλέκονται και υπηρεσίες κοινωνίας της πληροφορίας που υπάγονται σε άλλες δικαιοδοσίες. Πάντως, η ACTA ανοίγει το δρόμο της άρσης του απορρήτου των χρηστών και για παραβάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας. Και πάλι βέβαια, η ίδια διάταξη αναφέρει ότι δεν πρέπει να θίγονται νόμιμες δραστηριότητες καθώς και η ιδιωτικότητα. Αυτό όμως σημαίνει, τουλάχιστον, ότι η απόφαση για την άρση του απορρήτου θα πρέπει να προέρχεται από ανεξάρτητο δικαστήριο και θα πρέπει να αφορά μόνο κακουργηματικές παραβάσεις (οι οποίες δεν οριοθετούνται επαρκώς στην νομοτεχνική διατύπωση της "εμπορικής κλίμακας"). Διαφορετικά θα έχουμε παραβίαση του άρθρου 19 του Συντάγματος.

Στο άρθρο 27 παρ. 5 προβλέπεται η υποχρέωση των κρατών για νομική προστασία σχετική με την εξουδετέρωση τεχνολογικών μέτρων, κάτι που ήδη προβλέπεται από την ελληνική νομοθεσία (άρθρο 66Α Ν.2121/1993). Η ελληνική νομοθεσία σε αυτό το θέμα μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και πιο αυστηρή από την ACTA.

To κεφάλαιο ΙΙΙ της ACTA έχει τίτλο "Πρακτικές επιβολής". Το άρθρο 28 αναφέρει γενικότητες, όπως ότι όλα τα κράτη οφείλουν να μοιράζονται τις κοινές πρακτικές, να συλλέγουν στατιστικά κια να προωθούν την ανάπτυξη εξειδικευμένης εμπειρογνωμοσύνης κλπ για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Το άρθρο 29 (με τίτλο "Διαχείριση του κινδύνου στα σύνορα" - λες και πρόκειται για πολεμικό ανακοινωθέν!) επιβάλλει και τη διασυνοριακή συνεργασία των αρχών των κρατών, κυρίως σε επίπεδο ανταλλαγής πληροφοριών όταν εντοπιστεί ή και κατασχεθεί παράνομο υλικό.

Το κεφάλαιο IV έχει τίτλο "Διεθνής συνεργασία". Με το άρθρο 33 αναγνωρίζεται ότι η διεθνής συνεργασία είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας , η οποία συνεργασία εστιάζει κυρίως στην ανταλλαγή πληροφορίών.

Το κεφάλαιο V έχει τίτλο "Θεσμικές ρυθμίσεις". Με το άρθρο 36 συγκροτείται η "επιτροπή ACTA", με αρμοδιότητα την επισκόπηση εφαρμογής της ΑCTA και την εξέταση κάθε προτεινόμενης τροποποίησης της. Η επιτροή μπορεί να αποφασίζει την σύσταση κι άλλων επιτροπών ή ομάδων εργασίας για την υποστήριξη του έργου τους, την αναζήτηση γνώμης από μκο ή μη κυβερνητικά πρόσωπα, την υποβολή συστάσεων για την εφαρμογή της ACTA και την έκδοση κατευθυντήριων γραμμών βέλτιστης πρακτικής. Η επιτροπή ACTA αποφασίζει με βάση την αρχή της ομοφωνίας. Κατά το άρθρο 37 κάθε κράτος θα ορίσει ένα "σημείο επαφής" για την διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών επί παντός θέματος που καλύπτει η ACTA.

Το κεφάλαιο VI περιέχει τις τελικές διατάξεις. Η ACTA διατίθεται προς υπογραφή από την 1η Μάη του 2011 έως την 1η Μάη του 2013. Σε υποσημειωση του άρθρου 39 αναφέρονται οι χώρες που πήραν μέρος στην διαπραγμάτευση, με υποσημείωση, στην οποία περιλαμβάνεται και η Ελληνική Δημοκρατία. Κατά το άρθρο 40 η ACTA τίθεται σε εφαρμογή μόλις παρέλθουν τριάντα μέρες από την ημερομηνία κατάθεσης του έκτου εγγράφου επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης και ισχύει για τα υπογράφοντα μέρη. Κατά το άρθρο 41, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να αποχωρήσουν από την ACTA με γραπτή κοινοποίηση στον θεματοφύλακα (κυβέρνηση της Ιαπωνίας, κατά το άρθρο 45). Η αποχώρηση αρχίζει να ισχύει 180 ημέρες από την παραλαβή της κοινοποίησης από τον θεματοφύλακα. Κατά το άρθρο 42 τα μέρη μπροούν να προτείνουν τροποποιήσεις, αλλά η επιτροπή ACTA αποφασίσει εάν θα υποβάλλει την προτεινόμενη τροποποίηση προς υπογραφή.



H αμνήστευση της "ασήμαντης" εγκληματικότητας

Στις 13 Φεβρουαρίου 2012 δημοσιεύθηκε ο Ν.4043/2011 (ΦΕΚ Α 25/13.2.2012, "Μέτρα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στα καταστήματα κράτησης και άλλες διατάξεις").

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.4043/2011, παραγράφεται το αξιόποινο και παύει η ποινική δίωξη των πταισμάτων και των πλημμελημάτων κατά των οποίων ο νόμος απειλεί ποινή φυλάκισης μέχρι ενός έτους ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές, για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τις 31.12.2011. Οι δικογραφίες που αφορούν αυτές τις πράξεις τίθενται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου εισαγγελέα ή δημόσιου κατηγόρου. Οι αστικές αξιώσεις που τυχόν απορρέουν από τις αξιόποινες πράξεις δεν θίγονται με οποιονδήποτε τρόπο.

Αυτό σημαίνει ότι όλες οι υποθέσεις που εκκρεμούν στα δικαστήρια για πράξεις που τελέστηκαν μέχρι τις 31.12.2011, και οι οποίες τιμωρούνται με μέχρι ενός έτους φυλάκιση, μπαίνουν στο αρχείο. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει ένας σημαντικός αριθμός υποθέσεων που απασχολούν την δικαστική καθημερινότητα, όπως για παράδειγμα το αδίκημα της εξύβρισης (361 ΠΚ), της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρίας (άρθρο 364ΠΚ), της απειλής (άρθρο 333 ΠΚ), της διατάραξης οικιακής ειρήνης (άρθρο 334 ΠΚ), της παραβίασης μυστικότητας των επιστολών (άρθρο 370 ΠΚ), η παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας (άρθρο 371 ΠΚ), αλλά και λιγότερο συνήθη, όπως η παραβίαση μυστικότητας ψηφοφορίας (άρθρο 163), η θρασύτητα κατά της αρχής (άρθρο 171 ΠΚ), η αντιποίηση δημόσιας υπηρεσίας (άρθρο 175), απάτη για την αποφυγή της στράτευσης (άρθρο 204), η διευκόλυνση ακολασίας άλλων (άρθρο 348 ΠΚ) κ.α.

Εξαιρείται η παραβίαση της υποχρέωσης για διατροφή (358 ΠΚ) η μη καταβολή δεδουλευμένων (Ν.690/1945) και οι διατάξεις για τον ελεύθερο ανταγωνισμό (ν.703/1977 και 3959/2011).

Το εν λόγω νομικό φαινόμενο αποτελεί "αμνηστία", όπως επισημαίνει και η έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής (βλ. εδώ), όπου διατυπώνονται και ορισμένοι προβληματισμοί συνταγματικότητας.


Σάββατο, Φεβρουαρίου 18, 2012

Μια συζήτηση με την Αντιδήμαρχο Αθηνών κ. Νέλλη Παπαχελά

Μια συζήτηση με την Νέλλη Παπαχελά, Αντιδήμαρχο Παιδείας και Ανάπτυξης του Δήμου Αθηναίων.

Ζει στην πλατεία Βικτωρίας και γνωρίζει τα προβλήματα της Αθήνας. Μας ενημερώνει για την απόφαση του Δ.Αθηναίων να απαλλάξει από τα δημοτικά τέλη τους επιχειρηματίες που καταστράφηκαν οι επιχειρήσεις τους και συζητά για την πρόθεση που είχε να συμμετέχει στη διαδήλωση της Κυριακής εναντίον της ψήφισης του νέου μνημονίου. Της επισημάναμε τον παραλογισμό που αντιμετωπίζουν τα καταστήματα με την παράταση μουσικής και το πρόβλημα που προκύπτει από την επέμβαση της αστυνομίας, όταν ήδη εκκρεμούν αιτήσεις για ανανέωση της απόφασης παράτασης.

Ως πρόεδρος της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής, μας ενημερώνει για το θεσμικό πλαίσιο και τις αρμοδιότητες αυτής της νέας επιτροπής που συγκροτείται βάσει του Καλλικράτη και τοποθετείται στο θέμα της αποτελεσματικής εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και της νέας αρχιτεκτονικής στην τοπική αυτοδιοίκηση, ένα χρόνο μετά.

Συζητήσαμε επίσης για το θέμα της μήνυσης του Δήμου Αθηναίων στην απόπειρα για κατάληψη του πνευματικού κέντρου και για το γενικότερο ζήτημα με τους αστέγους της πόλης. Ως υπεύθυνη για την εποπτεία των υπηρεσιών που αφορούν τα σχολεία του Δήμου, μας αναφέρει τις εξελίξεις που υπάρχουν για την ένταξη των παιδιών Ρομά σε αυτά, και καταθέτει την γνώμη της για τα πολυπολυτισμικά σχολεία.

Στέλεχος της Δημοκρατικής Αριστεράς, σχολιάζει τους συσχετισμούς στην πολυκομματική παράταξη που διοικεί τον Δήμο Αθηναίων, καθώς και για την στάση της ΔΗΜ.ΑΡ. απέναντι στις πολιτικές εξελίξεις, ιδίως μετά την άνοδο των ποσοστών στις δημοσκοπήσεις. Πιστή στην εντολή που της δόθηκε από τους δημότες, έχει επιλέξει να παραμείνει στο δημοτικό συμβούλιο.


Παρασκευή, Φεβρουαρίου 17, 2012

Απαγόρευση προληπτικού ελέγχου στις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση της 16.2.2012 στην υπόθεση C-360/10 έκρινε ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν επιτρέπει την δικαστική επιβολή υποχρεώσεων προληπτικού ελέγχου στο περιεχόμενο που αναρτούν οι χρήστες σε Υπηρεσίες Κοινωνικής Δικτύωσης, δηλαδή σε υπηρεσίες που οι χρήστες δημιουργώντας ένα προφίλ, αναρτούν σε αυτό τα δεδομένα που οι ίδιοι επιλέγουν.

Πρόκειται για πολύ σημαντική απόφαση, η οποία προεκτείνει το αντίστοιχο σκεπτικό της απόφασης Scarlet κατά SABAM (24.11.2011) με την οποία είχε κριθεί ότι δεν επιτρέπεται η επιβολή φιλτραρίσματος στους παρόχους πρόσβασης στο Διαδίκτυο.

Η SABAM είναι ένας οργανισμός συλλογικής διαχείρισης έργων πνευματικής ιδιοκτησίας, η οποία είχε προκαλέσει και τις δύο δίκες. Στην απόφαση του Νοεμβρίου η SABAM είχε στραφεί κατά της Scarlet που είναι πάροχος πρόσβασης στο Διαδίκτυο, ζητώντας το φιλτράρισμα. Στην χθεσινή απόφαση, η Scarlet στράφηκε εναντίον υπηρεσίας κοινωνικής δικτύωσης (σαν το facebook), ζητώντας κάτι αντίστοιχο, για να αποτραπούν οι παραβιάσεις πνευματικής ιδιοκτησίας.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε μια πολύ σημαντική για την επιβίωση του Διαδικτύου κοινοτική Οδηγία, την 2000/31/ΕΚ, η οποία απαλλάσσει τους φορείς των υπηρεσιών από προληπτικό έλεγχο, μεταθέτοντας την ευθύνη τους στο στάδιο μετά την τυχόν παραβίαση και μόνον όταν βεβαίως λάβουν γνώση. Γιατί διαφορετικά, εάν οι φορείς είχαν υποχρέωση προληπτικά για οτιδήποτε δημοσιεύουν οι χρήστες, πολύ απλά δεν θα υπήρχε συμμετοχικό Διαδίκτυο και θα είχαμε μείνει σε Web 1.0 καταστάσεις, δηλαδή χωρίς διάδραση, σαν να επρόκειτο για τηλεόραση.

Aυτό σημαίνει ότι περιορίζεται κατά πολύ η δυνατότητα νομοθετικής ή δικαστικής επιβολής προληπτικού ελέγχου όσον αφορά τις διαδικτυακές υπηρεσές. Η ACTA στο άρθρο 27 περιλαμβάνει μια γενικόλογη υποσημείωση, κατά την οποία πρέπει να είναι σεβαστές οι διατάξεις για τον περιορισμό της ευθύνης των παρόχων, ακριβώς επειδή στην Ε.Ε. και στις Η.Π.Α. υπάρχει η συγκεκριμένη νομοθεσία. Αυτές οι δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έρχονται να προσδώσουν συγκεκριμένο νόημα σε αυτήν την υποσημείωση της ACTA, εμποδίζοντας έτσι και μέσω αυτής της διεθνούς συμφωνίας να θεσπιστούν μέτρα που ανατρέπουν την κατανομή της ευθύνης ανάμεσα σε χρήστη και πάροχο, κατά τρόπο που θα ήταν επικίνδυνος για την ελεύθερη χρήση του Διαδικτύου.


Κυριακή, Φεβρουαρίου 12, 2012

Το χρέος της κοινωνικής κι εθνικής αλληλεγγύης


Σε αυτές τις οριακές στιγμές, ολοένα και περισσότερο αναζητούμε τα θεμέλια και τις υπαρξιακές μας βάσεις. Η επίκληση του Συντάγματος γίνεται καθημερινότητα, με διαφορετικές ενδεχομένως προσεγγίσεις και συχνά για να υποστηριχθούν διαμετρικά αντίθετα συμπεράσματα.

Στις καταστατικές βάσεις του πολιτεύματος περιλαμβάνεται και μια έννοια που δεν έχει τύχει της δέουσας προσοχής: το χρέος της κοινωνικής κι εθνικής αλληλεγγύης. Πέρα από τις εθνικιστικές κορώνες, τις κρατικίστικες επικλήσεις του "δημοσίου συμφέροντος", και άλλες, υποκριτικές στην πραγματικότητα, συγκαλύψεις του περιορισμού της ατομικότητας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, έχουμε επιλέξει - άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο- ότι θα συνυπάρξουμε ως κοινωνία. Το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αναφέρει ότι το κράτος (και μάλιστα με "Κ" κεφαλαίο) δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες το χρέος την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης. Ας ξεχάσουμε για λίγο την αδυναμία του κράτους να "αξιώνει" πια το οτιδήποτε - πολύ περισσότερο μια "αλληλεγγύη" που είναι κατάσταση ενδιάθετη κι έμπρακτη και εκπληρώνεται μόνο ex gratia. Ας ξεχάσουμε και το "εθνικής", αφού η ιδιότητα του πολίτη δεν φέρει πια τα συμφραζόμενα του 1975, όταν δηλαδή ψηφίστηκε το Σύνταγμα. Απομένει ένα "χρέος", ένα καθήκον κοινωνικής αλληλεγγύης. Ένα minimum ανθρωπιάς και συμπαράστασης που οφείλουμε απέναντι στην ολότητα για να υπάρχει η κοινωνία μας.

Ο αναχωρητισμός και η εγκατάλειψη είναι μια επιλογή, ίσως και μια ανάγκη. Εάν όμως επιλέξει κάποιος να παραμείνει, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, οφείλει να συμπαραστέκεται στους υπόλοιπους. Επιβάλλεται από την ίδια την ιδιότητά του πολίτη.

Δεν θα το βάλουμε κάτω, ούτε θα λιποτακτήσουμε. Θα παραμείνουμε εδώ και θα αγωνιστούμε, σε πείσμα όσων γκρεμίζουν και καταστρέφουν, για να ανοικοδομήσουμε μια κοινωνία ευημερίας, κατανόησης και συνύπαρξης, όπως επιβάλλει το Σύνταγμα. Από την ταπεινή θέση του καθένας και καθεμιά.




Τετάρτη, Φεβρουαρίου 08, 2012

Ελληνικά βραβεία Διαδικτύου e-awards


Ομολογώ ότι πάντοτε είμαι επιφυλακτικός με τις βραβεύσεις. Από τη μία είναι μια έλλειψη σεβασμού απέναντι στη μοναδικότητα του κάθε έργου: ένας ανταγωνισμός που συνήθως δεν έχει σχέση με την ουσία. Από την άλλη πλευρά, τα σημαντικά έργα τέχνης και λόγου αποτελούν από μόνα τους πρότυπα, καθώς χρησιμεύουν περισσότερο ως "εργαλεία" της κριτικής, παρά μεγέθη ζυγιζόμενα μεταξύ τους. Οι αρχαίοι βέβαια είχαν διαφορετική άποψη, διοργανώνοντας θεατρικούς, μουσικούς κι άλλους αγώνες που αφορούσαν, πέραν των "αθλητικών" επιδόσεων (altius, fortius, citius) , αυτό που σήμερα λέμε "περιεχόμενο", content.

Όταν το Διαδίκτυο κατακλύζεται από το copy-paste, την περιφρόνηση της δεοντολογίας, τις "διαφημιστικές" εμφανίσεις πολιτικών που λειτουργούν μόνο προεκλογικά και τις κάθε είδους σκοτεινές εξαρτήσεις, ένα αίτημα είναι να εντοπίσουμε το πρωτογενές περιεχόμενο, τους χρήστες που δίνουν νόημα στη διάδραση, τους ανθρώπους που τηρούν τους κανόνες της τεκμηρίωσης και μπορούν να αρθρώσουν έναν λόγο με χρώμα, ατομικότητα, ουσία.

Αυτό το πρωτογενές περιεχόμενο που αξίζει, χωρίς πάντοτε να αναγνωρίζεται ως δημοφιλές, έρχεται να αναδείξει η διοργάνωση της ανοικτής διαδικτυακής κοινότητας maga.gr με θέμα τα Ελληνικά Βραβεία Διαδικτύου e-awards. Μια "δεμένη" ομάδα, 37 συντακτών, που περιλαμβάνει δημοσιογράφους, επιστήμονες και καλλιτέχνες, οι οποίοι έχουν ήδη διοργανώσει εκδηλώσεις προβληματισμού για τη λειτουργία του Διαδικτύου, με ιδιαίτερη επιτυχία κι απήχηση.

Οι διοργανωτές μου εμπιστεύθηκαν την σύνταξη του Κανονισμού Διοργάνωσης των Ελληνικών Βραβείων Διαδικτύου, έργο που ανέλαβα με μεγάλη χαρά, έχοντας ήδη ασχοληθεί με την κατάστρωση κανονιστικών πλαισίων σχετικά με διαγωνιστικές διαδικασίες και άλλες διαδικτυακές προκηρύξεις και όρους χρήσης.

Η πρωτοτυπία αυτών των βραβείων είναι ότι δεν βάζουν το ίδιο το κοινό να αναζητήσει τους "αγαπημένους" ή τους "καλύτερους", έτσι αόριστα όπως σε άλλες διαδικασίες βράβευσης που κινούνται με μόνο κριτήριο την δημοφιλία ή την πλειοψηφία της υποκειμενικότητας. Τα e-awards καλούν το κοινό να λάβει υπόψη τους Δείκτες Βέλτιστου Διαδικτυακού Περιεχομένου, δηλαδή συγκεκριμένα κριτήρια, υπό το πρίσμα των οποίων θα εντοπιστούν χρήστες που αξίζουν την διάκριση. Αυτή η δομή διοργάνωσης είναι μια τεράστια πρόκληση, καθώς το σκεπτικό αυτό εκφράζει την εμπιστοσύνη ότι έχουμε ακόμη την ωριμότητα να αποφασίσουμε, πέρα από προσωπικές εμπάθειες ή φιλίες, μακριά από τις υποκειμενικότητες της απόλαυσης ή της απέχθειας. Είναι μια διοργάνωση που καλεί το κοινό να σκεφτεί επί της ουσίας, με γνώμονα τους τέσσερις αυτούς δείκτες: μια πρωτογενής ιδέα που υλοποιείται για πρώτη φορά στο δημόσιο διάλογο. Διότι καλείς το κοινό να σκεφτεί "τεχνοκρατικά", ή μάλλον, δίκαια. Η Κριτική Επιτροπή υπεισέρχεται μόνο στο ενδιάμεσο στάδιο, ως "φίλτρο" των αρχικών προτάσεων και ως φορέας ανάδειξης των - πολλών - υποψηφιοτήτων σε κάθε κατηγορία, με τον τελικό λόγο να επιφυλάσσεται πάλι στο κοινό.

Με αυτά τα χαρακτηριστικά, είναι βέβαιο ότι αυτή η διοργάνωση δεν έχει καμία σχέση μεδιαδικασία ανάπτυξης δημοσίων σχέσεων, συνθήκη που εντοπίζεται συνήθως στιςεκδηλώσεις βραβεύσεων των μέσων ενημέρωσης. Έχω περιέργεια να δω ποιοι/ποιες θα προταθούν από το κοινό, καθώς και ποια πρόσωπα τελικά θα βραβευθούν. Γιατί, εάν τηρηθούν οι όροι και το σκεπτικό αυτού του διαγωνισμού, η λίστα των νικητών θα συνοψίζει ό,τι πραγματικά πρωτογενές, διαδραστικό, έντιμο κι ανεξάρτητο παράγεται στο Διαδίκτυο σήμερα.

Η στιγμή έναρξης είναι την Τρίτη 14 Φεβρουαρίου, στη συνέντευξη τύπου που θα δοθεί στις 13.00

στον χώρο Τέχνης & Δράσης “Βρυσάκι”, Βρυσακίου 17, Πλάκα.


Καλή δύναμη στους διοργανωτές, στους κριτές και στους διαγωνιζόμενους!




Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2012

Αφιέρωμα στην υπόθεση των γερμανικών αποζημιώσεων στο Διεθνές Δικαστήριο

Μια ανάλυση της υπόθεσης Γερμανία κατά Ιταλίας (παρέμβαση: Ελλάδα) στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, σχετικά με την ετεροδικία κράτους στην εκδίκαση αποζημιώσεων από παραβάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Από την retrospectiva στο radiobubble.


Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2012

Η απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου Χάγης (Γερμανία κατά Ιταλίας, παρέμβαση Ελλάδας)

Εκδόθηκε σήμερα από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης η απόφαση επί της προσφυγής που άσκησε η Γερμανία κατά της Ιταλίας για παραβίαση του διεθνούς δικαίου λόγω της εκδίκασης από τα ιταλικά δικαστήρια υποθέσεων που αφορούν αποζημιώσεις για αδικοπραξίες του Τρίτου Ράιχ. Η Ελλάδα είχε ασκήσει το ένδικο βοήθημα της παρέμβασης ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Δελτίο τύπου και πλήρες κείμενο απόφασης).

Το Δικαστήριο με την Απόφασή του - η οποία είναι τελική- έκρινε

1) με 12 ψήφους έναντι τριών ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την υποχρέωσή της για σεβασμό της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά το διεθνές δίκαιο, διότι δέχθηκε αστικές αξιώσεις που βασίζονται σε παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου τις οποίες διέπραξε το Γερμανικό Ράιχ μεταξύ των ετών 1943 και 1945,

2) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία έχει παραβίαση την υποχρέωση σεβασμού της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά το διεθνές δίκαιο, επειδή έλαβε εκτελεστικά μέτρα στο ακίνητο της Villa Vigoni,

3) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία παραβίασε την υποχρέωση σεβασμού της ετεροδικίας που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κηρύσσοντας εκτελεστές στην Ιταλία τις αποφάσεις των Ελληνικών δικαστηρίων που βασίζονται σε παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διαπράχθηκαν στην Ελλάδα από το Γερμανικό Ράιχ,

4) με 14 ψήφους έναντι μιας ότι η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει να διασφαλίσει ότι οι αποφάσεις των δικαστηρίων της και άλλων δικαστικών αρχών που παραβίασαν την ετεροδικία που απολαμβάνει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παύουν να ισχύουν, θεσπίζοντας κατάλληλα νομοθετικά ή άλλα μέτρα της δικής της επιλογής (της Ιταλίας).

(5) απορρίπτει, ομόφωνα, όλες τις άλλες προτάσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας

1. Αντικείμενο της διαφοράς και δικαιοδοσια του Δικαστηρίου.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι στις 23 Δεκεμβρίου 2008 η Γερμανία κίνησε διαδικασίες με προσφυγή εναντίον της Ιταλίας. Στην προσφυγή της, η Γερμανία ζητά από το Δικαστήριο να κρίνει ότι η Ιταλία παραβίασε την υποχρέωση σεβασμού της δικαιοδοτικής ασυλίας την οποία απολαμβάνει κατά το διεθνές δίκαιο, λόγω του ότι η Ιταλία δέχθηκε αστικές αξιώσεις ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων με αίτημα την αποκατάσταση ζημιών που προκλήθηκαν από παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου που διαπράχθηκαν από το Γερμανικό Ράιχ κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Η Ιταλία επίσης παραβίασε την ετεροδικία της Γερμανίας λαμβάνοντας μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Villa Vigoni, ακίνητο γερμανικής ιδιοκτησίας στην Ιταλική επικράτεια. Και ότι έχει περαιτέρω παραβιάσει την Γερμανική ετεροδικία κηρύσσοντας εκτελεστές στην Ιταλία αποφάσεις των Ελληνικών αστικών δικαστηρίων που καταδίκασαν την Γερμανία επί τη βάση όμοιων πράξεων με αυτές που καταγγέλθηκαν στα Ιταλικά δικαστήρια.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η Προσφυγή της Γερμανίας βασίζεται στο Άρθρο 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Ειρηνική Επίλυση των Διαφορών και ότι η Ιταλία δεν έχει ασκήσει ένσταση για την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή το παραδεκτό της προσφυγής. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο όρος του Άρθρου 27 της εν λόγω Σύμβασης που θέτει έναν χρονικό περιορισμό, δηλαδή ότι η Σύμβαση δεν εφαρμόζεται σε διαφορές που σχετίζονται με γεγονότα ή καταστάσεις πριν την θέση σε ισχύ της Σύμβασης μεταξύ των διαδίκων" δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις της Γερμανίας. Κατ' αποτέλεσμα τα "γεγονότα ή καταστάσεις" που αφορούν την παρούσα διαφορά βασίζονται στις Ιταλικές δικαστικές αποφάσεις που αρνήθηκαν την ετεροδικία της Γερμανίας και με μέτρα εκτέλεσης που εφαρμόστηκαν σε ιδιοκτησία της Γερμανίας. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτές οι αποφάσεις και τα μέτρα ελήφθησαν μεταξύ του 2004 και του 2011, δηλαδή μετά τη θέση σε ισχύ της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Το Δικαστήριο συνακόλουθα έχει δικαιοδοσία να δικάσει την διαφορά.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι ενώ δεν καλείται να δικάσει το εάν η Γερμανία έχει καθήκον αποκατάστασης έναντι των θυμάτων της Ιταλίας για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από το Γερμανικό Ράιχ, πρέπει πάντως να αποφασίσει εάν η παραβίαση υποχρέωσης κράτους να εκπληρώσει πλήρως την υποχρέωση αποκατάστασης έχει έννομες συνέπειες ως προς την ύπαρξη και το πεδίο της ετεροδικίας του κράτους σε αλλοδαπά δικαστήρια.

2. Οι φερόμενες παραβιάσεις της Γερμανικής δικαιοδοτικής ασυλιας στις διαδικασίες που κίνησαν Ιταλοί αιτούντες

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι διαδικασίες στα Ιταλικά δικαστήρια αφορούν πράξεις που τέλεσαν οι γερμανικές ένοπλες δυνάμεις και τα όργανα του Γερμανικού Ράιχ. Το Δικαστήριο κρίνει ότι το ζήτημα που καλείται να εκδικάσει δεν είναι το εάν αυτές οι πράξεις ήταν παράνομες - ένα θέμα που δεν αμφισβητείται- αλλά εάν, τα Δικαστήρια είχαν υποχρέωση να σεβαστούν την γερμανική ετεροδικία στις αγωγές αποζημίωσης που ασκήθηκαν ενώπιόν τους.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι, μεταξύ των Διαδίκων, τυχόν δικαίωμα ετεροδικίας απορρέει μόνον από το διεθνές εθιμικό δίκαιο. Το Δικαστήριο κρίνει ότο πρέπει να εξετάσει και να εφαρμόσει το δίκαιο περί της κρατικής ετεροδικίας που ίσχυε κατά το χρόνο που τα Ιταλικά δικαστήρια απέρριψαν την ετεροδικία και άσκησαν την δικαιοδοσία τους και όχι το δίκαιο που ίσχυε μεταξύ των ετών 1943-1945.

Α. Το πρώτο επιχείρημα της Ιταλίας: η αρχή της εδαφικής αρμοδιότητας επί αδικοπραξιών

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η καρδιά του πρώτου ιταλικού επιχειρήματος είναι ότι το διεθνές εθιμικό δίκαιο έχει αναπτυχθεί έως του σημείουκατά το οποίο ένα Κράτος δεν έχει δικαίωμα ετεροδικίας όσον αφορά πράξεις που προκάλεσαν θάνατο, προσωπικές βλάβες ή ζημιές στην περιουσία επί του εδάφους του κράτους της δωσιδικίας, ακόμη κι αν οι εν λόγω πράξεις τελέστηκαν βάσει του εξουσιαστικού δικαίου (jure imperii). Πρόκειται για την "εξαίρεση της αδικοπραξίας" στην κρατική ετεροδικία. Μετά από μια εις βάθος ανάλυση της σχετικής εθνικής και διεθνούς πρακτικής, το Δικαστήριο κρίνει ότι το διεθνές εθιμικό δίκαιο συνεχίζει να επιβάλλει το σεβασμό της κρατικής ετεροδικίας σε διαδικασίες που αφορούν αδικοπραξίες που φέρονται ότι τελέστηκαν στο έδαφος άλλου κράτους από τις ένοπλες δυνάμεις και άλλα όργανά του στο πλαίσιο της διεξαγωγής μιας ένοπλης σύγκρουσης. Το Δικαστήριο συνακόλουθα συμπεραίνει ότι η απόφαση των ιταλικών δικαστηρίων να αρνηθούν την ετεροδικία της Γερμανίας δεν δικαιολογείται επί τη βάση της αρχής της εδαφικής αδικοπραξίας.

Β. Το δεύτερο επιχείρημα της Ιταλίας: το θέμα και οι περιστάσεις των αξιώσεων ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το δεύτερο επιχείρημα της Ιταλίας ήταν ότι η άρνηση ετεροδικίας ήταν δικαιολογημένη λόγω της ιδιαίτερης φύσης των πράξεων που αποτελούσαν το θέμα των αξιώσεων ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων και οι περιστάσεις υπό τις οποίες εγέρθησαν αυτές οι αξιώσεις.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το πρώτο σκέλος αυτού του επιχειρήματος βασίζεται στην πρόταση ότι το διεθνές δίκαιο δεν αναγνωρίζει ετεροδικία σε ένα κράτος ή τουλάχιστον περιορίζει το δικαίωμα αυτό όταν ένα κράτος έχει τελέσει σοβαρές παραβάσεις του δικαίου των ένοπλων συρράξεων. Καθώς οι πράξεις των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων και άλλων οργάνων του Γερμανικού Ράιχ που αποτέλεσαν τη βάση για τις αξιώσεις ενώπιον των Ιταλικών δικαστηρίων ήταν σοβαρές παραβάσεις του δικαίου των ενόπλων συρράξεων, η Γερμανία έπρεπε να στερηθεί του δικαιώματος ετεροδικίας. Μετά την εξέταση της σχετικής κρατικής και διεθνούς πρακτικής, το Δικαστήριο έκρινε οτι, σύμφωνα με το διεθνές εθιμικό δίκαιο, όπως έχει διαμορφωθεί ως σήμερα, το Κράτος δεν στερείται της ετεροδικίας του λόγω του ότι κατηγορείται για σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου ή του διεθνούς δικαίου των ενόπλων συρράξεων.

Έπειτα, το Δικαστήριο ασχολείται με το δεύτερο σκέλος του Ιταλικού επιχειρήματος, δηλαδή ότι οι κανόνες που παραβίσε η Γερμανία κατά την περίοδο 1943 - 1945 είναι κανόνες αναγκαστικού δικαίου (jus cogens). Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι αυτό το σκέλος του επιχειρήματος βασίζεται στην παραδοχή ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του αναγκαστικού δικαίου περί ενόπλων συρράξεων και του δικαιώματος ετεροδικίας της Γερμανίας. Σημειώνει ότι το επιχείρημα της Ιταλίας ότι το αναγκαστικό δίκαιο υπερέχει έναντι κάθε αντίθετου κανόνα διεθνούς δικαίου και ότι, κατ΄αποτέλεσμα, καθώς ο κανόνας που αναγνωρίζει στο Κράτος την ετεροδικία ενώπιον δικαστηρίου άλλου Κράτους δεν είναι αναγκαστικού δικαίου, εκτοπίζεται ο κανόνας περί ετεροδικίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ακόμη κι αν γίνει αποδεκτό ότι οι κανόνες του δικαίου των ένοπλων συρράξεων που απαγορεύουν το φόνο, την εκτόπιση και την καταναγκαστική εργασία είναι αναγκαστικού δικαίου, δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ αυτών και των κανόνων της κρατικής ετεροδικίας. Κρίνει ότι τα δύο κανονιστικά σύνολα ρυθμίζουν διαφορετικό θέμα: οι κανόνες της κρατικής ετεροδικίας αφορούν το εάν τα δικαστήρια ενός Κράτους μπορούν ή όχι να ασκήσουν δικαιοδοσία όσον αφορά υπόθεση άλλου κράτους. Δεν απαντούν στο ερώτημα εάν μια συμπεριφορά είναι νόμιμη ή παράνομη. Το Δικαστήριο περαιτέρω σημειώνει ότι το επιχείρημα που βασίζεται στην υπεροχή του jus cogens επί του δικαίου της κρατικής ετεροδικίας έχει απορριφθεί από εθνικά δικαστήρια και ότι δεν υπάρχει εθνική νομοθεσία που περιορίζει την ετεροδικία σε υποθέσεις που αφορούν παραβιάσεις του jus cogens. Το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι ακομη κι αν οι διαδικασίες στα Ιταλικά δικαστήρια αφορούσαν παραβιάσεις του jus cogens, η εφαρμογή του εθιμικού διεθνούς δικαίου δεν επηρεάζεται.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το τρίτο και τελευταίο σκέλος του ιταλικού επιχειρήματος είναι ότι τα Ιταλικά δικαστήρια δικαίως αρνήθηκαν την ετεροδικία της Γερμανίας, καθώς όλες οι άλλες προσπάθειες για εξασφάλιση αποζημίωσης από διάφορες ομάδες θυμάτων είχαν αποτύχει.

Το Δικαστήριο δεν βρίσκει κάποια βάση στη σχετική εθνική και διεθνή πρακτική ότι το διεθνες δίκαιο που αναγνωρίζει την κρατική ετεροδικία εξαρτάται από την ύπαρξη αποτελεσματικής εναλλακτικής για την διασφάλιση των αποκαταστάσεων. Το Δικαστήριο απορρίπτει γι' αυτό τα επιχειρήματα της Ιταλίας.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι στο πλαίσιο των προφορικών διαδικασιών, ο δικηγόρος της Ιταλίας επέμεινε ότι τα τρία σκέλη του δεύτερου ιταλικού επιχειρήματος πρέπει να εξεταστούν μαζί. Με άλλες λέξεις, η σοβαρότητα των παραβιάσεων, το θέμα των κανόνων που παραβιάστηκαν και η έλλειψη εναλλακτικών μέσων αποκατάστασης ήταν οι λόγοι για τους οποίους τα Ιταλικά δικαστήρια δικαίως απέρριψαν την ετεροδικία της Γερμανίας. Το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί ότι τα τρία σκέλη του επιχειρήματος έπρεπε να εξεταστούν μαζί.

Γ. Συμπεράσματα

Το Δικαστήριο κρίνει ότι η άρνηση των Ιταλικών δικαστηρίων να αναγνωρίσουν την ετεροδικία της Γερμανίας, η οποία βασίζεται στο διεθνές εθιμικό δίκαιο συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων του Ιταλικού κράτους έναντι της Γερμανίας.

3. Τα εκτελεστικά μέτρα εναντίον της ιδιοκτησίας που ανήκει στη Γερμανία επί Ιταλικού εδάφους

Το Δικαστήριο ασχολήθηκε με το ζήτημα του εάν τα νομικά μέτρα που εληφθησαν όσον αφορά την Villa Vigoni, κατόπιν ιταλικών δικαστικών αποφάσεων εκτέλεσης στην Ιταλία των Ελληνικών δικαστικών αποφάσεων που επιβάλλουν στην Γερμανία την καταβολή αποζημιώσεων αποτελούν παραβίαση της ετεροδικίας της Γερμανίας. Το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συντρέχει τουλάχιστον ένας όρος προκειμένου να ασκηθεί μέτρο εκτέλεσης εναντίον περιουσίας που ανήκει σε αλλοδαπό κράτος: η εν λόγω περιουσία πρέπει να είναι προορισμένη για δραστηριότητα που δεν αφορά κυβερνητικούς, μη εμπορικούς, σκοπούς ή ότι το Κράτος - ιδιοκτήτης να έχει εκφράσει ρητώς την συγκατάθεσή του για την λήψη των μέτρων ή το Κράτος έχει υποδείξει την εν λόγω ιδιοκτησία για ικανοποίηση δικαστικής αξίωσης. Όμως, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Villa Vigoni χρησιμοποιείται για κυβερνητικούς σκοπούς, εξ ολοκλήρου μη εμπορικούς. Επίσης η Γερμανία δεν έχει εκφράσει ρητώς την συγκατάθεσή της για τη λήψη σχετικών μέτρων, ούτε υπέδειξε το ακίνητο για τις αξιώσεις εναντίον της. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εγγραφή νομικού βάρος συνιστά παραβίαση της Γερμανικής ετεροδικίας.

4. Οι αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων που κηρύσσουν εκτελεστές στην Ιταλία τις αποφάσεις των Ελληνικών δικαστηρίων που επιδικάζουν αποζημιώσεις κατά της Γερμανίας

Το Δικαστήριο σημείωνει ότι, στην τρίτη πρότασή της, η Γερμανία διαμαρτύρεται για παραβίαση της δικαιοδοτικής ασυλίας της, λόγω των αποφάσεων των Ιταλικών δικαστηρίων οπου κήρυξαν εκτελεστές στην Ιταλία τις αστιές αποφάσεις που εκδόθηκαν από Ελληνικά δικαστήρια εναντίον της Γερμανίας σε διαδικασίες που αφορούσαν τη σφαγή στο Δίστομο που τελέστηκε από ένοπλες δυνάμεις του Γερμανικού Ράιχ το 1944.

Το Δικαστήριο κρίνει ότι το σχετικό ζήτημα είναι εάν τα Ιταλικά δικαστήρια σεβάστηκαν την γερμανική ετεροδικία επιτρέποντας την εκτέλεση και όχι εάν τα Ελληνικά δικαστήρια είχαν σεβαστεί την ετεροδικία. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ένα δικαστήριο που εξετάζει αίτηση εκτέλεσης αλλοδαπής δικαστικής απόφασης εναντίον τρίτου κράτους πρέπει να αναζητήσει εάν, στην περίπτωση που το ίδιο έκρινε την ουσία μιας όμοιας διαφοράς, θα ήταν υποχρεωμένο ή όχι να σεβαστεί την ετεροδικία του τρίτου κράτους. Καταλήγει ότι οι αποφάσεις των Ιταλικών δικαστηρίων που κήρυξαν εκτελεστές στην Ιταλία τις αστικές αποφάσεις που εξέδωσαν τα Ελληνικά δικαστήρια εναντίον της Γερμανίας για τη σφαγή στο Δίστομο συνιστούσαν παραβίαση της υποχρέωσης της Ιταλίας για σεβασμό της δικαιοδοτικής ασυλίας της Γερμανίας.

Σύνθεση του Δικαστηρίου

Το Δικαστήριο είχε την εξής σύνθεση: Πρόεδρος Owada, Αντιπρόεδρος Tomka, Δικαστές Koroma, Simma, Abraham, Keith, Sepúlveda-Amor, Bennouna, Skotnikov,
Cançado Trindade, Yusuf, Greenwood, Xue, Donoghue. Δικαστής ad hocv Gaja. Γραμματέας Couvreur.

Οι δικαστές Koroma, Keith και Bennouna συνάπτουν την χωριστή άποψή τους επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Οι δικαστές Cançado Trindade και Yusuf συνάπτουν την μειοψηφούσα άποψή τους επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.

Ο ad hoc δικαστής Gaja συνάπτει την μειοψηφούσα άποψή του επί της Αποφάσεως του Δικαστηρίου.


Πέμπτη, Φεβρουαρίου 02, 2012

Το χρονικό της δίκης στη Χάγη για τις γερμανικές αποζημιώσεις

Σήμερα στις 11.00 ώρα Ελλάδος, ο πρόεδρος του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης κ. Hisashi Owada θα αναγνώσει την απόφαση στην υπόθεση Γερμανίας κατά Ιταλίας (δικαιοδοτική ασυλία των κρατών) με παρέμβαση της Ελλάδας υπέρ της Ιταλίας. Η συνεδρίαση θα μεταδοθεί ζωντανά στο διαδικτυακό τόπο του Διεθνούς Δικαστηρίου, όπως αναφέρει το σχετικό δελτίο τύπου. Ας δούμε βήμα προς βήμα το χρονικό αυτής της δίκης.

Η προσφυγή

Η υπόθεση ξεκίνησε στις 23.12.2008, με την προσφυγή που άσκησε η Γερμανία εναντίον της Ιταλίας (βλ. εδώ το πλήρες κείμενο, σε Αγγλικά/Γαλλικά), την οποία κατέθεσε ο πρέσβης της Γερμανίας, κατ΄εντολή της κυβέρνησής του, όπως αναφέρει στην επιστολή του. Κατά την προσφυγή, η Ιταλία τα τελευταία χρόνια είχε παραβιάσει την δικαιοδοτική ασυλία της Γερμανίας, διότι ιταλικά δικαστήρια εκδίκασαν υποθέσεις εναντίον του γερμανικού δημοσίου, όσον αφορά αιτήσεις αποζημιώσεων από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήδη από το αρχικό δελτίο τύπου του Διεθνούς Δικαστηρίου, η υπόθεση αναφέρεται ότι αφορά την διερεύνηση παραβίασης της δικαιοδοτικής ασυλίας της Γερμανίας, ως κυρίαρχου κράτους. Αφορά λοιπόν ένα ζήτημα που συνέχεται με την εθνική κυριαρχία.

Ο Ιταλικός Άρειος Πάγος εξέδωσε μια απόφαση το 2004, στην υπόθεση Ferrini, κατά την οποία τα Ιταλικά δικαστήρια μπορούν να εκδικάσουν την αγωγή αποζημίωσης ατόμου το οποίο εκτοπίστηκε στην Γερμανία κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και καταδικάστηκε σε καταναγκαστική εργασία. Αυτή η πρώτη δικαστική απόφαση είχε αποτέλεσμα να ασκηθούν κι άλλες τέτοιες προσφυγές εναντίον της Γερμανίας σε ιταλικό έδαφος, ενώ ο Ιταλικός Άρειος Πάγος επιβεβαίωσε το νομικό σκεπτικό του 2004, περί ύπαρξης διεθνούς δικαιοδοσίας των Ιταλικών δικαστηρίων, με άλλες δύο αποφάσεις το 2008. Έτσι η Γερμανία θεώρησε ότι θα στηθεί μια βιομηχανία αγωγών εναντίον της στα Ιταλικά δικαστήρια κι γι' αυτό άσκησε αυτή την προσφυγή, επισημαίνοντας ότι οι πράξεις αυτές προσβάλλουν την δικαιοδοτική ασυλία που απολαμβάνει αλλοδαπό Δημόσιο σε μια τρίτη χώρα.

Τρεις είναι οι ομάδες εναγόντων που στρέφονται εναντίον της Γερμανίας στα Ιταλικά δικαστήρια: α) Ιταλοί που είχαν συλληφθεί και εκτοπιστεί για καταναγκαστικά έργα στην Γερμανία, β) μέλη του Ιταλικού στρατού οι οποίοι αιχμαλωτίσθηκαν από τους Ναζί προκειμένου -μετά την εγκατάλειψη του Άξονα από την Ιταλία - να χρησιμοποιηθούν σε καταναγκαστικά έργα και γ) θύματα των φρικαλεοτήτων των Ναζί. Ως τέταρτη, χωριστή περίπτωση, αναφέρει η προσφυγή την υπόθεση της σφαγής του Διστόμου: αφορούσε την αναγκαστική εκτέλεση μιας απόφασης που είχε ήδη εκδοθεί από τα Ελληνικά δικαστήρια, αλλά η εκτέλεσή της ζητήθηκε επί ιταλικού εδάφους, αξιοποιώντας την παραπάνω νομολογία Ferrini.

Η προσφυγή της Γερμανίας βασίζεται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ειρηνική Επίλυση των Διαφορών, του 1957, κείμενο που η Ιταλία κύρωσε το 1960 ενώ η Γερμανία το 1961.

Προθεσμίες για υπομνήματα

Με Διάταξή του το Διεθνές Δικαστήριο στις 29.4.2009 όρισε προθεσμία για την Γερμανία, να καταθέσει το Υπόμνημά της ως τις 23.6.2009 και για την Ιταλία να καταθέσει το Αντίθετο Υπόμνημά της ως τις 23.12.2009.

Το Υπόμνημα της Γερμανίας

Στις 12.6.2009 η Γερμανία κατέθεσε το Υπόμνημά της. Σε αυτό, η Γερμανία παραθέτει τις συμφωνίες που συνήψε σχετικά με τις αποζημιώσεις για όσα είχε προκαλέσει το Τρίτο Ράιχ. Στη Συνθήκη Ειρήνης που υπέγραψε η Ιταλία το 1947 με τους νικητές συμμάχους, υπήρχε μια ρήτρα παραίτησης όλων των αξιώσεών της έναντι της Γερμανίας που υπήρχαν ως τις 8.5.1945. Μετά την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ανέκυψαν διαφωνίες ως προς το πεδίο εφαρμογής αυτής της εξαίρεσης. Το 1961 οι δύο χώρες συνήψαν μια συμφωνία, για την επίλυση των διαφωνιών και η Γερμανία πλήρωσε αποζημίωση στην Ιταλία (40 εκ. μάρκα). Με μια δεύτερη σύμβαση, η Γερμανία πλήρωσε άλλα 40 εκ. μάρκα σε Ιταλούς πολίτες που ήταν θύματα του ναζιστικού καθεστώτος. Η Ιταλία παραιτήθηκε από άλλες αξιώσεις.

Στο Υπόμνημα η Γερμανία αναφέρεται στις πρόσφατες δικαστικές υποθέσεις σε Ιταλικά δικαστήρια μετά την απόφαση Ferrini. Στη σελίδα 23, υπάρχει αναφορά στην υπόθεση του Διστόμου. Τους τελευταίους μήνες της Κατοχής, στο Δίστομο οργανώθηκε μια επιχείρηση αντεκδίκησης από τους Γερμανούς, καθώς 18 στρατιώτες τους είχαν εκτελεστεί από αντιστεκόμενους Έλληνες. Στη σφαγή του Δίστομου χάθηκαν 200 Έλληνες, κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι, ενώ όλο το χωριό κάηκε και ισοπεδώθηκε. Το 1997, το Πρωτοδικείο Λειβαδιάς έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει αγωγή αποζημίωσης 250 διαδόχων των θυμάτων του Διστόμου και καταδίκασε το Γερμανικό Δημόσιο σε αποζημίωση συνολικά 27.000.000 ευρώ. Η Γερμανία προσέφυγε στον Άρειο Πάγο, επικαλούμενη έλλειψη δικαιοδοσίας, λόγω της ασυλίας της ως αλλοδαπού δημοσίου. Το 2000 εκδόθηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου, ο οποίος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης της Γερμανίας. Όμως, κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, για να εκτελεστεί απόφαση εις βάρος αλλοδαπού δημοσίου απαιτείται η συναίνεση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος δεν υπέγραψε. Οι δικαιούχοι προχώρησαν παρ' όλ' αυτά σε διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης (στο κτίριο του Ινστιτούτου Γκαίτε, στην οδό Ομήρου), αλλά το Γερμανικό Δημόσιο άσκησε ανακοπή και την κέρδισε, ακριβώς λόγω της έλλειψης υπογραφής του Υπουργού Δικαιοσύνης. Οι δικαιούχοι έφτασαν μέχρι τον Άρειο Πάγο, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε αναγκαστική εκτέλεση χωρίς την έγκριση του Υπουργού. Eπίσης προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απέρριψε την προσφυγή τους, στη βάση της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου. Τότε, οι δικαιούχοι, γνωρίζοντας την απόφαση Ferrini, προσέφυγαν στα Ιταλικά δικαστήρια. Το Εφετείο της Φλωρεντίας με απόφαση του 2005 αναγνώρισε ότι διαθέτει αρμοδιότητα για την εκδίκαση της υπόθεσης και απέρριψε το 2007 την ένσταση της Γερμανίας σχετικά με αυτό, όπως και ο Ιταλικός Άρειος Πάγος. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές αφορούν μόνο το ποσό των δικαστικών εξόδων (δηλ. 2.934,70 ευρώ), το οποίο έχει κηρυχθεί εκτελεστό εναντίον της Γερμανίας στην Ιταλία. Οι δικαιούχοι αναζήτησαν ακίνητη περιουσία της Γερμανίας στην Ιταλία και εντόπισαν την Villa Vigoni, η οποια βάσει ιταλογερμανικών συμφωνιών θα αξιοποιείτο ως πολιτισμικό κέντρο για τις ιταλογερμανικές σχέσεις. Πέτυχαν την εγγραφη υποθήκης εις βάρος του ακινήτου, για 25.000 ευρώ, αλλά στη συνέχεια η Γερμανία υπέβαλε έφεση και μέχρι την υποβολή του Υπομνήματος η υπόθεση εκκρεμούσε. Οι δικαιούχοι επιδίωξαν επίσης να δεσμεύσουν δικαστικά τις μετοχές σε σιδηροδρομική εταιρία της Γερμανίας, οι οποίες εκτιμώνται στα 50 εκ. ευρώ, αλλά η υπόθεση δεν είχε εκδικαστεί ακόμη κατά την υποβολή του Υπομνήματος.

Στο Υπόμνημά της η Γερμανία αναφέρει ότι η απόφαση του Ελληνικού Άρειου Πάγου του έτους 2000 στην υπόθεση του Δίστομου ήταν εκείνη που πρώτη παραβίασε τον κανόνα της δικαιοδοτικής ασυλίας του αλλοδαπού δημοσίου. Η Γερμανία αναφέρει όμως ότι η κάπως συνοπτική αιτιολογία της απόφασης του Αρείου Πάγου ήταν ελάχιστα πειστική κι ότι υπήρξε μεταγενέστερη απόφαση του ιεραρχικά ανώτερου Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, η οποία ανέτρεψε πλήρως το σκεπτικό του Διστόμου.

Το Αντίθετο Υπόμνημα της Ιταλίας

Στο 136 σελίδων Αντίθετο Υπόμνημα της, η Ιταλία αφιερώνει σημαντική έκταση στην εξιστόρηση των περιστατικών που αφορούσαν οι αποζημιώσεις και στους μηχανισμούς που ακολουθήθηκαν για την καταβολή τους. Η Ιταλία επιχειρεί την ένταξη του κανόνα της δικαιοδοτικής ασυλίας ξένου κράτους στο γενικότερο νομικό πλαίσιο των εγκλημάτων πολέμου και της υποχρέωσης αποκατάστασής τους. Επιχειρεί δηλαδή τη σχετικοποίηση του κανόνα και την στάθμισή του με το αντίρροπο έννομο αγαθό που είναι η υποχρέωση αποκατάστασης. Έτσι, ισχυρίζεται ότι δεν παραβίασε το διεθνές δίκαιο, με την αναγνώριση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση των υποθέσεων των γερμανικών αποζημιώσεων.

Η Ιταλία υποστηρίζει σθεναρά ότι η "ετεροδικία" δεν σημαίνει "ατιμωρησία". Σκοπός της ετεροδικίας είναι να βρεθούν οι εναλλακτικοί μηχανισμοί επανόρθωσης. Στην περίπτωση της Γερμανίας όμως, τα θύματα προσέφυγαν και σε γερμανικά δικαστήρια και αντιμετώπισαν την απόρριψη. Έτσι η ετεροδικία για την Γερμανία λειτούργησε όντως ως μια περίπτωση ατιμωρησίας.

Στο υπόμνημά της η Ιταλία έκανε χρήση της δυνατότητας να ασκήσει αντίθετη αίτηση. Υπέβαλε έτσι το αίτημα στο Διεθνές Δικαστήριο να καταδικαστεί η Γερμανία για παραβίαση των διεθνούς δικαίου υποχρεώσεών της έναντι των θυμάτων που δεν αποζημίωσε. Η νομική βάση αυτού του αιτήματος ήταν το άρθρο 80 του καταστατικού, αλλά και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Ειρηνική Επίλυση Διαφορών.

Στις 6.7.2010, το Διεθνές Δικαστήριο με Διάταξή του αποφάσισε να απορρίψει αυτή την αντίθετη αίτηση της Ιταλίας, λόγω του ότι αναφερόταν σε περιστατικά τα οποία δεν καλύπτονταν από το χρονικό πεδίο εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Μειοψήφισε ένας δικαστής, με μια εξαιρετικά τεκμηριωμένη μειοψηφική γνώμη 50 σελίδων, ενώ ο ad hoc δικαστής που είχε προτείνει η Ιταλία απλώς δήλωσε ότι θα έπρεπε τα επιχειρήματα των διαδίκων σε αυτό το θέμα να είχαν αποτελέσει αντικείμενο ακροαματικής διαδικασίας. Υπήρξε επίσης μια κοινή δήλωση των δικαστών Keith και Greenwood.

Η Απάντηση της Γερμανίας

Στις 5.10.2010, η Γερμανία αντέκρουσε σε αυτά τα επιχειρήματα με το δικόγραφο Απάντησης. Θεωρεί "αναχρονιστικές" τις απόψεις της Ιταλίας και ανέφερε ότι οι παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου δεν εγείρουν ατομικές αξιώσεις. Ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει ατιμωρησία, αφού τα θύματα είχαν τη δυνατότητα να προσφύγουν στη Γερμανική δικαιοσύνη, αλλά βέβαια οι αγωγές τους προφανώς θα απορρίπτονταν αφού δεν αναγνωρίζεται από το γερμανικό δίκαιο ατομική προσφυγή για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Το επιχείρημα της Γερμανίας είναι ότι εάν αναγνωρίζονταν ατομικές προσφυγές, οι πόλεμοι δεν θα τελείωναν ποτέ.

Η ανταπάντηση της Ιταλίας


Στις 10.1.2011 η Ιταλία κατέθεσε το δικόγραφο της Ανταπάντησής της. Eξηγώντας ότι οι δίκες στην Ιταλία ήταν η τελευταία λύση για να αποκατασταθούν τα θύματα.

Η παρέμβαση της Ελλάδας

Στις 13.1.2011 η Ελλάδα υπέβαλε αίτηση στο Διεθνές Δικαστήριο, ζητώντας να της επιτραπεί η άσκηση παρέμβασης στην εκδίκαση της υπόθεσης. Το έγγραφο υπογράφει ο πρέσβης της Ελλάδας στις Κάτω Χώρες, κ. Οικονομίδης.

Στις 23.3.2011 η Γερμανία υπέβαλε γραπτές παρατηρήσεις σχετικά με το αίτημα της Ελλάδας.
Στις 28.3.2011 υπέβαλε τις παρατηρήσεις της και η Ιταλία όσον αφορά το αίτημα.
Στις 6.5.2011 η Ελλάδα απάντησε στις παρατηρήσεις της Ιταλίας και της Γερμανίας.
Στις 26.5.2011 η Γερμανία υπέβαλε πρόσθετες παρατηρήσεις επί του θέματος.
Στις 27.5.2011 η Ιταλία υπέβαλε κι αυτή πρόσθετες παρατηρήσεις.

Στις 4.7.2011 το Διεθνές Δικαστήριο με Διάταξή του έδωσε την άδεια στην Ελλάδα να ασκήσει παρέμβαση στην υπόθεση. Μια εξαιρετικά τεκμηριωμένη χωριστή άποψη υπήρξε και πάλι από τον δικαστή Τrindade. Την διαφωνία του εξέφρασε σε μια δήλωση και ο ad hoc δικαστής που είχε προτείνει η Ιταλία.

Στις 3.8.2011 κατατέθηκε στο Δικαστήριο η Δήλωση της Ελληνικής Δημοκρατίας σχετικά με την υπόθεση. Σε αυτήν παρουσιάστηκαν και αναλύθηκαν οι υποθέσεις στο Δίστομο και το Λιδωρίκι.

Στις 26.8.2011 ήρθε η απάντηση της Γερμανία στην Δήλωση της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η Ιταλία σε μια επιστολή της δήλωσε ότι δεν θα σχολιάσει την Ελληνική Δήλωση.

Η προφορική διαδικασία

Από τις 12 έως τις 16 Σεπτεμβρίου, στο Διεθνές Δικαστήριο διεξήχθη η προφορική διαδικασία, με ανάπτυξη των επιχειρημάτων κάθε πλευράς.




Περί ψευδών ειδήσεων σε blogs και ACTA

Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων: το βιβλίο

Ένα νέο πρόσωπο αναλαμβάνει καθήκοντα στις δημόσιες υπηρεσίες και σε ορισμένους οργανισμούς του ιδιωτικού τομέα από τον Μάιο του 2018: ο ...