Δευτέρα, Απριλίου 30, 2012

Η άδεια της Αρχής ως προϋπόθεση δημοσιοποίησης δεδομένων υγείας

Σχετικά με τη γνωστή υπόθεση της ανακοίνωσης φωτογραφιών και ονόματος εκδιδόμενου προσώπου σε συνδυασμό με την δημοσιοποίηση της άσκησης ποινικής δίωξης, αλλά και του μεταδιδόμενου νοσήματος κι εθνικής καταγωγής, έχω κάποιες πρόσθετες σκέψεις για τη νομική βάση. 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 (β) Ν.2472/1997 ο εισαγγελέας έχει την αρμοδιότητα, με διάταξή του, να επιτρέπει την δημοσιοποίηση στοιχείων που αφορούν "ειδικά" την ποινική δίωξη ή καταδίκη του ατόμου. Η δημοσιοποίηση αυτή, όπως λέει ο νόμος, αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου και στην ευχερέστερη αξίωση της Πολιτείας για τον κολασμό των αδικημάτων για τα οποία διώκεται το πρόσωπο. Αυτή η διάταξη αφορά όμως μόνο τα δεδομένα που αφορούν την ποινική δίωξη. Το λέει ρητώς ο νόμος ("ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δύναται να επιτραπεί η δημιοσιοποίηση..."). 

Τα δεδομένα που αφορούν την υγεία του ατόμου, δηλαδή το αν πάσχει ή όχι από κάποιο νόσημα και, αν ναι, από ποιο, είναι μια άλλη κατηγορία ευαίσθητων δεδομένων, διακριτή από την κατηγορία "ποινικές διώξεις ή καταδίκες". Για αυτή την κατηγορία ευαίσθητων δεδομένων, ισχύει ο γενικός κανόνας του άρθρο 7 του Ν.2472/1997: "απαγορεύεται η συλλογή κι επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων". Στην "επεξεργασία" εμπίπτει και η "διάδοση προσωπικών δεδομένων", κατά το άρθρο 2(δ). Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται από αυτή την απαγόρευση είναι όσες αναφέρονται στην δεύτερη παράγραφο του άρθρου 7. Εκεί αναφέρεται ότι, κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται η συλλογή κι επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, ύστερα από άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, "εφόσον η επεξεργασία αυτή είναι απαραίτητη για την ιατρική πρόληψη, διάγνωση, περίθαλψη ή τη διαχείριση υπηρεσιών υγείας". Επομένως, το αρμόδιο κρατικό όργανο για την ανακοίνωση δεδομένων υγείας, είναι η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, η οποία θα δώσει την άδειά της μόνον εφόσον κρίνει ότι όντως αυτή η δημοσιοποίηση είναι "απαραίτητη" ενόψει των παραπάνω σκοπών. 

Επίσης τα δεδομένα που αφορούν την εθνική καταγωγή του ατόμου αποτελούν χωριστή κατηγορία ευαίσθητων δεδομένων. Η δημοσιοποίησή τους και σε αυτή την περίπτωση είναι απαγορευμένη, εκτός εάν υπάρχει άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, για κάποιον από τους λόγους που επιτρέπεται η επεξεργασία αυτών των στοιχείων κατά το άρθρο 7 παρ. 2 Ν.2472/1997

Στην ανακοίνωση της Ελληνικής Αστυνομίας βλέπουμε αναφορά μόνο σε ύπαρξη εισαγγελικής διάταξης, ενώ η εισαγγελική διάταξη αφορά μόνο τα στοιχεία της ποινικής δίωξης. Για τα δεδομένα υγείας και εθνικής καταγωγής της συλληφθείσας θα έπρεπε να έχει τοποθετηθεί η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, κρίνοντας το κατά πόσον θα ήταν σκόπιμη η δημοσιοποίηση κι αυτών των πρόσθετων στοιχείων, ενόψει του σκοπού που είναι η προστασία του κοινωνικού συνόλου. 

Η τυχόν παράκαμψη της ανεξάρτητης αρχής δημιουργεί ερωτηματικά για την νομιμότητα και συνταγματικότητα αυτής της δημοσιοποίησης, καθώς η Αρχή είναι το μόνο ανεξάρτητο όργανο που είναι αρμόδιο σύμφωνα με τη νομοθεσία και το άρθρο 9Α του Συντάγματος για την διασφάλιση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων, χωρίς να μπορεί να υποκατασταθεί σε αυτές τις αρμοδιότητές της από την εισαγγελική αρχή, τουλάχιστον για τα προσωπικά δεδομένα που δεν αφορούν ποινικές διώξεις ή καταδίκες. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν ανακοίνωση της Αστυνομίας, είχε εκδοθεί ανακοίνωση του ΚΕΕΛΠΝΟ που γνωστοποιούσε μόνο την διεύθυνση του οίκου ανοχής, χωρίς να προχωρήσει σε δημοσιοποίηση φωτογραφιών, ονομάτων, εθνικότητας και όλων αυτών των στοιχείων. Αυτή η ήπια μορφή ανακοίνωσης εκ μέρους του  ΚΕΕΛΠΝΟ διασφάλιζε τη νόμιμη ισορροπία μεταξύ αφενός της προστασίας της δημόσιας υγείας κι αφετέρου των δικαιωμάτων σεβασμού των προσωπικών δεδομένων του προσώπου. Αυτή ακριβώς η ανακοίνωση είναι η απόδειξη ότι υπήρχε ηπιότερος τρόπος να εξυπηρετηθεί το δημόσιο συμφέρον, ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλει να επιλέγεται κάθε φορά το ηπιότερο μέτρο, εφόσον υπάρχει δυνατότητα επιλογής. Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων έχει αποδείξει πολλές φορές στην πλούσια νομολογία της ότι σέβεται κι εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας, η οποία κατοχυρώνεται και στο Σύνταγμα. Θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο και διδακτικό για αυτή την υπόθεση, να παρέμβει έστω και τώρα, υπενθυμίζοντας τον θεσμικό της ρόλο απέναντι στην κεντρική διοίκηση, αλλά και στην εισαγγελία.





Κυριακή, Απριλίου 29, 2012

Δημόσια διαπόμπευση και δημόσια υγεία

Το Ελληνικό Δημόσιο καταδικάστηκε προ ετών να καταβάλει αποζημίωση για την δημοσιοποίηση ονομάτων συλληφθέντων, στους οποίους είχαν αποδοθεί διάφορες ανυπόστατες κατηγορίες επειδή βρίσκονταν σε dark room. Τα ονόματά τους δημοσιεύθηκαν σε όλες τις εφημερίδες,ενώ ένας από αυτούς αυτοκτόνησε από την ντροπή του. H δημοσιοποίηση είχε γίνει με δελτίο τύπου της Ελληνικής Αστυνομίας. Οι κατηγορίες κατέπεσαν στο δικαστήριο, οι επιζήσαντες διεκδίκησαν αποζημιώσεις από το Δημόσιο, τις οποίες τελικά πληρώσαμε όλοι μας, από τους φόρους που καταβάλουμε (βλ. εδώ την απόφαση του διοικητικού εφετείου). 

Σήμερα η Αστυνομία έδωσε στη δημοσιότητα τέσσερις φωτογραφίες και το πλήρες όνομα, ημερομηνία γέννησης και εθνικότητα μιας γυναίκας που εκδιδόταν σε συγκεκριμένα  αναφερόμενη διεύθυνση στην Αθήνα. Η συγκεκριμένη γυναίκα έτυχε να είναι οροθετική. Η συλληφθείσα παραπέμφθηκε μετά την άσκηση ποινικής δίωξης στον ανακριτή για κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος που συνδέονται όλες με την ενάσκηση του επαγγέλματός της. Ενός επαγγέλματος,  η άσκηση του οποίου είναι ελεύθερη σύμφωνα με την πρόσφατη νομοθεσία για την απελευθέρωση των επαγγελμάτων, αλλά το θεσμικό πλαίσιο που το διέπει είναι από το 1999.

Τι άλλαξε από τότε που το Δημόσιο καταδικάστηκε για το δελτίο τύπου μέχρι σήμερα που η αστυνομία δημοσιοποιεί φωτογραφίες προσώπου για την κατάσταση της υγείας μιας συλληφθείσας; Το 2007, ο τότε Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Σωτήρης Χατζηγάκης αποφάσισε να "βγάλει τις μάσκες", όπως είπε, από τους εγκληματίες και πέρασε μια νομοθετική διάταξη, σύμφωνα με την οποία ο εισαγγελέας έχει τη δυνατότητα να δημοσιοποιεί στοιχεία κατηγορουμένων, με το εξής σκεπτικό που αποτελεί νομοθετικό κείμενο:  "Η δημοσιοποίηση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων και προς ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων (N.3625/2007). Έτσι "βγάζουν τις μάσκες" οι πολιτικοί που αποφασίζουν περιστασιακά να ασχοληθούν με την αντεγκληματική πολιτική: πετσοκόβοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα όλων μας. (βλ. E-Lawyer: ούτε με διάταξη εισαγγελέα επιτρέπεται ανακοίνωση ονομάτων φερομένων δραστών). 

Η αστυνομία είναι εξοπλισμένη με την εν λόγω εισαγγελική διάταξη αλλά, αφού η γυναίκα συνελήφθη, δηλαδή βρέθηκε στα χέρια της Πολιτείας η οποία απέκτησε πλήρη δυνατότητα προστασίας του κοινωνικού συνόλου από αυτήν, δεν υπάρχει καμία πλέον η "αξίωση της Πολιτείας"  που καθιστά απαραίτητη και τη δημοσιοποίηση όλων των στοιχείων της. Ποιοι είναι οι "ανήλικοι", οι "ευάλωτες ή ανίσχυρες πληθυσμιακές ομάδες" που καλείται να προστατεύσει η ίδια η δημοσίευση στοιχείων που καλύπτονται από το ιατρικό απόρρητο αυτή της γυναίκας;

Δεν είναι τυχαίο ότι η δημοσιοποίηση συνοδεύεται και από την παρότρυνση σε οποιοδήποτε επιθυμεί να εξεταστεί για HIV/AIDS, δίνονται τα στοιχεία του ΚΕΕΛΠΝΟ κλπ. Δηλαδή η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει ως αυτονόητο ότι κάποιοι πελάτες της εκδιδόμενης μπορεί και να μην τηρησαν τους στοιχειώδεις όρους προστασίας κι επιλέγει να θυσιάσει το ιατρικό απόρρητο και τα προσωπικά δεδομένα μια κατηγορούμενης, διαπομπεύοντάς την με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο και καταρρακώνοντας κάθε έννοια ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Για μένα είναι ξεκάθαρο ότι τα μέσα που χρησιμοποιεί εδώ η Ελληνική Δημοκρατία δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την συγκεκριμένη κατηγορούμενη και την υπόθεσή της: αφότου συνελήφθη, η Πολιτεία εξασφάλισε τον μέγιστο βαθμό  προστασίας του κοινωνικού συνόλου από την κατηγορούμενη. Η δημοσιοποίηση περιττών πληροφοριών και η διαπόμπευση της λειτουργεί για λόγους παραδειγματισμού: χρησιμοποιείται δηλαδή ως μια πρωτόγονη μορφή κύρωσης για να τρομοκρατηθεί το κοινωνικό σύνολο από την επικοινωνιακή δύναμη του κράτους. Έτσι όμως, το κράτος δεν συμπεριφέρεται πια στον κατηγορούμενο ως άνθρωπο αλλά ως αντικείμενο. 

O κατηγορούμενος πρέπει να δικάζεται από δικαστήριο και αν κριθεί ένοχος να του επιβάλλεται μόνο η ποινή που προβλέπεται από το νόμο. Κάθε άλλη διαπόμπευση, κακοποίηση, παρενόχληση και ταλαιπωρία του κατηγορούμενου δεν έχει καμία σχέση με τη δικαιοσύνη και το δίκαιο. 


Τρίτη, Απριλίου 24, 2012

Αντίθετος στην ACTA ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων


Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων κ. Peter Hustinx, η ανεξάρτητη αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, εξέδωσε σήμερα την γνωμοδότησή του επί της πρότασης για μια Απόφαση του Συμβουλίου της Ε.Ε. περί προσχώρησης στην Σύμβαση Κατά της Aπομίμησης, δηλ. στην ACTA. Η γνωμοδότηση αναφέρει ότι τα μέτρα που προκρίνονται για την προστασία των δικαιωμάτων της πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο μπορεί να έχουν απαράδεκτες επιπτώσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, εάν δεν εφαρμοστούν με τον σωστό τρόπο. Υπογραμμίζει ότι πολλά από τα μέτρα που ενδυναμώνουν την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας on line μπορεί να περιλαμβάνουν μια εκτεταμένη παρακολούθηση της συμπεριφοράς των χρηστών και των ηλεκτρονικών επικοινωνιών τους. Τα μέτρα αυτά μπορεί να είναι εξαιρετικά παρεμβατικά στην ιδιωτική σφαίρα των ατόμων και θα πρέπει να ακολουθούνται μόνον εάν είναι απαραίτητα και αναλογικά ενόψει του σκοπού της επιβολής των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. 

Ο Giovanni Butarelli, ο αναπληρωτής EEΠΔ δηλώνει: "Ενώ χρειάζεται περισσότερη διεθνής συνεργασία για την επιβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, τα προτεινόμενα μέτρα δεν πρέπει να έχουν επιπτώσεις στα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων. Χρειάζεται μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων κατά των παραβιάσεων πνευματικής ιδιοκτησίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων της ιδιωτικότητας και της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Φαίνεται ότι η ACTA δεν είναι πλήρως επιτυχής ως προς αυτό."

Στη γνωμοδότησή του ο ΕΕΠΔ υπογραμμίζει ιδίως ότι:

- μέτρα που επιτρέπουν την αδιάκριτη ή ευρεία παρακολούθηση της συμπεριφοράς των χρησ΄των του Διαδικτύου και/ή των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σε σχέση με την τυχαία, χαμηλής έκτασης μη κερδοσκοπικής παραβίασης μπορεί να παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τα άρθρ 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών και την Οδηγία για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

- πολλά από τα μέτρα προαιρετικής συνεργασίας επιβολής μπορεί να περιλαμβάνουν επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από τους Παρόχους Σύνδεσης στο Διαδίκτυο που υπερβαίνει το επιτρεπτό κατά το δίκαιο της Ε.Ε.

- η ACTA δεν περιέχει επαρκείς περιορισμούς και εγγυήσεις, όπως αποτελεσματική δικαστική προστασία, διαδικαστικές εγγυήσεις, την αρχή του τεκμηρίου της αθωότητας και το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και η προστασία προσωπικών δεδομένων.

Δελτίο τύπου του ΕΕΠΔ εδώ.
Η πλήρης γνωμοδότηση του ΕΕΠΔ εδώ.

Σάββατο, Απριλίου 14, 2012

Δικαιώματα προστασίας από πολιτικό spam

Κατά την προεκλογική περίοδο ακολουθείται η πρακτική της μαζικής αποστολής προεκλογικών sms ή και e-mail. Ορισμένες φορές αυτό γίνεται με εξαιρετικά ενοχλητικό τρόπο, ιδίως όταν ο αποδέκτης των μηνυμάτων δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή του και απορεί από που βρέθηκαν τα στοιχεία του στο αρχείο του κάθε υποψηφίου. Εξίσου ενοχλητικό όμως είναι και το συμβατικό ταχυδρομείο από υποψήφιους, το οποίο σε περιπτώσεις που αποστέλλεται σε κατοίκους πολυκατοικιών ή και συνοικούντων ψηφοφόρων ενδέχεται να προκαλέσει αποκάλυψη πολιτικών πεποιθήσεών τους, είτε αυτές είναι ακριβείς, είτε είναι ανακριβείς (σύγχυση). 

Τα δικαιώματα που έχει κάθε δέκτης τέτοιων μηνυμάτων που  δεν έχει δώσει τη συγκατάθεσή τους για την προεκλογική χρήση των προσωπικών του δεδομένων, δηλαδή του αριθμού του τηλεφώνου, του e-mail ή της διεύθυνσης κατοικίας του (αυτά είναι τα προσωπικά δεδομένα) προβλέπονται από το σχετικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο έχει κωδικοποιηθεί με την Οδηγία 1/2010 της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (βλ. εδώ). 

Χωρίς τη  συγκατάθεση χρήση στοιχείων επιτρέπεται μόνο για το συμβατικό ταχυδρομείο, εάν το πρόσωπο δεν έχει καταχωρηθεί στο σχετικό μητρώο μη επιθυμούντων, ενώ για τις on-line εφαρμογές χωρίς συγκατάθεση χρήση στοιχείων επιτρέπεται μόνο εάν αυτά έχουν αντληθεί από προηγούμενη παρόμοια επικοινωνία του χρήστη με τον πολιτικό ή το κόμμα ή αν γίνονται με ανθρώπινη παρέμβαση.


Δικαιώματα:

α) Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει ποιος επεξεργάζεται τα προσωπικά δεδομένα που τον αφορούν,  την προέλευσή τους, την τυχόν κοινοποίησή τους σε τρίτους. Αυτό το δικαίωμα ασκείται με γραπτή αίτηση του ατόμου προς τον αποστολέα του μηνύματος. Εάν σε 15 ημέρες ο αποστολέας δεν απαντήσει, τότε το άτομο έχει δικαίωμα προσφυγής στην Αρχή Προστασίας Προσωπκών Δεδομένων (άρθρο 12 Ν.2472/1997), η οποία μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις (προειδοποίηση, πρόστιμο, ανάκληση άδειας επεξεργασίας δεδομένων). 

β) Καθένας έχει δικαίωμα να ζητήσει να παύσει η χρήση των στοιχείων του, με γραπτή αίτηση προς τον αποστολέα. Εάν ο αποστολέας δεν απαντήσει εντός 15 ημερών ή η απάντησή του δεν είναι ικανοποιητική, το άτομο μπορεί να προσφύγει στην Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (άρθρο 14 Ν.2472/1997), η οποία μπορεί να επιβάλλει τα νόμιμα.

γ) Ανεξάρτητα από τις δύο παραπάνω δυνατότητες, εάν η αποστολή των μηνυμάτων έχει προκαλέσει ηθική βλάβη στο άτομο (διατάραξη της ηρεμίας του, διάδοση στοιχείων σε συνοικούντες κλπ) μπορεί κατευθείαν να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο νόμος προβλέπει ως minimum αποζημίωση 10.000 ευρώ για την περίπτωση των on-line μηνυμάτων και 6.000 ευρώ για την περίπτωση του συμβατικού ταχυδρομείου. Η αξίωση μπορεί να προβληθεί με αποστολή εξωδίκου ή και με αγωγή αποζημίωσης στα πολιτικά δικαστήρια του τόπου κατοικίας του αποστολέα. 

Βλ. περισσότερα:
Προϋποθέσεις νόμιμης χρήσης προσωπικών δεδομένων για αποστολή προεκλογικού υλικού
10.000 ευρώ για αποστολή sms υποψηφίων χωρίς συγκατάθεση
4 Ευρωπαϊκές Αρχές Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων για το πολιτικό spam



Πέμπτη, Απριλίου 12, 2012

Oι προεκλογικές απαγορεύσεις δεν αφορούν το Διαδίκτυο

Η εκλογική νομοθεσία προβλέπει εξαιρετικά περιορισμένες εμφανίσεις στην ραδιοτηλεόραση για υποψήφιους και πολιτικά κόμματα: μόνο μία εμφάνιση σε σταθμό εθνικής εμβέλειας και δύο εμφανίσεις σε σταθμό τοπικής εμβέλειας, ελάχιστα λεπτά για τα μικρά κόμματα που θα ρυθμιστούν με σχετική υπουργική απόφαση, απαγόρευση αγοράς διαφημιστικού χρόνου, υποχρέωση των σταθμών για δωρεάν διάθεση χρόνου.

Ένα ερώτημα που τίθεται συχνά είναι κατά πόσον αυτοί οι περιορισμοί αφορούν και το διαδίκτυο, κυρίως την διαδικτυακή τηλεόραση (web tv) και το διαδικτυακό ραδιόφωνο (web radio). O νόμος δεν διακρίνει, μιλάει γενικώς για τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς εθνικής ή τοπικής εμβέλειας, οπότε από τη σιωπή του νόμου θα μπορούσαν οι περιορισμοί να αφορούν και το Διαδίκτυο. Θεωρώ όμως ότι αυτή δεν είναι η ορθή απάντηση.

Η αναζήτηση της απάντησης πρέπει να ξεκινήσει από τις ιστορικές συνθήκες θέσπισης των περιορισμών, αλλά και από τον σκοπό του νομοθέτη. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι περιορισμοί δεν επιβάλλονται στα έντυπα μέσα ενημέρωσης, δηλαδή στις εφημερίδες και τα περιοδικά (υπάρχουν κάποιοι περιορισμοί για τοποθέτηση πανό, αφισοκόλληση κλπ, αλλά αυτά αφορούν την κομματική επικοινωνία κι όχι μέσα ενημέρωσης). Ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης δεν επέβαλε αντίστοιχες απαγορεύσεις στα έντυπα μέσα ενημέρωσης σχετίζεται με την διαφορετική συνταγματική μεταχείριση που επιφυλάσσεται ακόμη στα έντυπα σε σχέση με την ραδιοτηλεόραση. Τα έντυπα καλύπτονται από την ελευθερία του Τύπου, ενώ η ραδιοτηλεόραση υπάγεται στον "άμεσο έλεγχο του Κράτους", όπως αναφέρει το άρθρο 15 του Συντάγματος. Ο λόγος αυτής της διαφορετικής μεταχείρισης είναι τεχνικός και ιστορικός: η τηλεόραση και το ραδιόφωνο αξιοποιούν τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, το φάσμα των οποίων είναι περιορισμένο κι όχι ανεξάντλητο. Για τον λόγο αυτό, οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες θεωρήθηκαν "σπάνιος φυσικός πόρος" τον οποίο διαχειρίζεται το κράτος κατά τρόπο αποκλειστικό, όπως και τον ορυκτό πλούτο. Αντίθετα, τα έντυπα μ.μ.ε. δεν βασίζονται σε σπάνιους φυσικούς πόρους, οπότε εκφεύγουν από την άμεση κρατική ρύθμιση και καλύπτονται από την ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου. 

Η διαδικτυακή τηλεόραση και το διαδικτυακό ραδιόφωνο δεν βασίζεται στις παραδοσιακές ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες που εμπίπτουν στον "άμεσο έλεγχο του Κράτους" για τις παραπάνω ιστορικές και τεχνικές αιτίες. Δεν λέω ότι οι διαδικτυακοί πόροι είναι ανεξάντλητοι, αλλά σίγουρα δεν μετριούνται στα δάχτυλα όπως περίπου οι τηλεοπτικές συχνότητες. Επομένως, δεν υπάρχει κανένας λόγος για την υπαγωγή των διαδικτυακών μέσων ενημέρωσης στους περιορισμούς του άρθρου 15 του Συντάγματος και τον "άμεσο έλεγχο του Κράτους". Αντίθετα, για αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει ένα νέο συνταγματικό δικαίωμα, στο άρθρο 5Α παρ. 2, το οποίο αναφέρει ότι καθένας έχει δικαίωμα στην κοινωνία της πληροφορίας και ότι το Κράτος οφείλει να διευκολύνει την πρόσβαση στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσης τους. Έτσι λοιπόν υπάρχει σαφής διάκριση στο ίδιο το Σύνταγμα ανάμεσα στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα που βασίζονται σε κρατικές συχνότητες και γι΄ αυτό υπάγονται στο άρθρο 15 ("άμεσος έλεγχος του Κράτους") και στα μέσα παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσης πληροφοριών που διακινούνται ηλεκτρονικά στην κοινωνία της πληροφορίας και γι' αυτό υπάγονται στο άρθρο 5Α ("υποχρέωση διευκόλυνσης του Κράτους"). 

Το πρόβλημα του κατά πόσον η εκλογική νομοθεσία με τις αυστηρές απαγορεύσεις της εφαρμόζεται και στα διαδικτυακά μέσα αντιμετώπισε για πρώτη φορά η επιστημονική υπηρεσία της Βουλής, στις προηγούμενες εθνικές εκλογές, όταν εκλήθη να αξιολογήσει το νομοσχέδιο για την απαγόρευση δημοσίευσης δημοσκοπήσεων 15 ημέρες πριν την ημέρα των εκλογών. Σημειωτέον ότι αυτή η απαγόρευση δεν αφορά μόνο στη ραδιοτηλεόραση, αλλά και στις εφημερίδες και τα έντυπα. Είναι δηλαδή απόλυτη, ανεξάρτητα από τη φύση του μέσου, γι' αυτό και πιο προβληματική συνταγματικά. Tότε λοιπόν, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής εντόπισε το ζήτημα του εάν η απαγόρευση αφορά και τα διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης κι επικοινωνίας: " Εν προκειμένω, θα ήταν, ενδεχομένως, σκόπιμο να διευκρινισθεί σε ποιο καθεστώς θα υπάγονται οι εν λόγω δημοσκοπήσεις στην περίπτωση που δεν δημοσιοποιηθούν στον έντυπο ή ηλεκτρονικό τύπο αλλά επί παραδείγματι, στις ιστοσελίδες των φορέων ή των επιχειρήσεων που τις διενεργούν, ή στις ιστοσελίδες των πολιτικών κομμάτων ή υποψηφίων ή ακόμη και σε προσωπικές ιστοσελίδες ή σε "blogs"Είναι σαφές ότι η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής εντόπισε ένα κενό δικαίου: ότι ως προς αυτά τα διαδικτυακά μέσα δεν ρυθμίζεται το θέμα. Παρ' όλο που ζήτησε από τον νομοθέτη να διευκρινιστεί το καθεστώς στο οποίο θα υπάγονται αυτά, ο νομοθέτης, σκόπιμα απέφυγε να ακολουθήσει αυτό το σκεπτικό, αφήνοντας αρρύθμιστο το θέμα. Επομένως, έχουμε ένα συνειδητό κενό δικαίου, αφού η Βουλή είχει δει την επισήμανση της επιστημονικής της υπηρεσίας, αλλά επέλεξε να μην διευκρινιστεί νομοθετικά το θέμα. Σε αυτήν την έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής αναφέρθηκε και η πρωτοποριακή απόφαση 4980/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά την οποία ο νόμος περί Τύπου και παραδοσιακών ΜΜΕ δεν εφαρμόζεται στα ιστολόγια. Παρ' όλ' αυτά, στις προηγούμενες εκλογές είχε δημοσιοποιηθεί η είδηση ότι η απαγόρευση δημοσίευσης των δημοσκοπήσεων οδήγησε σε άνοιγμα δικογραφίας για δύο ιστολόγια, χωρίς να είναι γνωστή η εξέλιξη αυτών των υποθέσεων. Ωστόσο, η απαγόρευση των δημοσκοπήσεων είναι ένα θέμα πιο ειδικό σε σχέση με τις λοιπές απαγορεύσεις που αφορούν αποκλειστικά την ραδιοτηλεόραση.

Συνεπώς, θεωρώ ότι τα πολιτικά κόμματα και οι υποψήφιοι δεν έχουν κανέναν απολύτως περιορισμό για τον αριθμό και την διάρκεια εμφανίσεώς τους από την διαδικτυακή τηλεόραση και το διαδικτυακό ραδιόφωνο, αφού επ' αυτών δεν ασκείται "άμεσος έλεγχος του Κράτους" και συνεπώς οι προεκλογικές απαγορεύσεις δεν αφορούν το web radio και το webtv.



Τετάρτη, Απριλίου 11, 2012

Η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες

Κυρώθηκε χθες με νόμο που ψηφίστηκε από την Βουλή η Σύμβαση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες (του 2007), καθώς και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο, με τη διαδικασία του άρθρου 28 του Συντάγματος.

Η κύρωση περιλαμβάνει το σύνολο της Σύμβασης και του Πρωτοκόλλου στην αγγλική κι ελληνική γλώσσα (βλ. εδώ κι εδώ), η οποία πλέον κατισχύει κάθε τυχόν αντίθετης διάταξης νόμου.

Η Σύμβαση είναι ένα νομικά δεσμευτικό κείμενο διεθνούς δικαίου που περιέχει έναν πλήρη κατάλογο ανθρώπινων δικαιωμάτων, προσαρμοσμένο στο ειδικό θέμα που ρυθμίζει, περιλαμβάνοντας όμως πέραν των κλασικών ατομικών δικαιωμάτων και κοινωνικά δικαιώματα (υγεία, εκπαίδευση, εργασία, συμμετοχή στην πολιτιστική ζωή, την αναψυχή, τον ελεύθερο χρόνο και τον αθλητισμό).

Η Ελλάδα ωστόσο έχει επιφυλαχθεί ως προς τη μη εφαρμογή των άρθρων 1 έως 27 ως προς την εργασία και απασχόληση στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας, όσον αφορά την διαφορετική μεταχείριση λόγω αναπηρίας, σύμφωνα και με το σχετικό εθνικό και κοινοτικό δίκαιο (βλ. άρθρο 2 του κυρωτικού ψηφισθέντος νομοσχεδίου).

Το πιο ενδιαφέρον σε αυτή την εξέλιξη είναι η κύρωση του Πρωτοκόλλου, με την αναγνώριση δικαιώματος υποβολής ατομικής ή συλλογικής αναφοράς από θιγόμενο πρόσωπο ή ομάδα στην διεθνή Επιτροπή για τα Δικαιώματα Ανθρώπων με Αναπηρίες που λειτουργεί στο πλαίσιο του Ο.Η.Ε. Αυτό σημαίνει μια νέα πρακτική δυνατότητα για την αποτελεσματική άσκηση δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία. H Επιτροπή αποτελείται από 18 μέλη (δείτε ποια).

Σύμφωνα με το πρωτοκόλλο, για να υποβληθεί παραδεκτή αναφορά στην Επιτροπή, θα πρέπει να έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα, δηλαδή στα Ελληνικά Δικαστήρια, εκτός εάν η χρήση των ενδίκων μέσων παρατείνεται αδικαιολόγητα ή δεν πιθανολογείται να προσφέρει αποτελεσματική επανόρθωση. Θα πρέπει επίσης το καταγγελλόμενο γεγονός που συνιστά παραβίαση της Σύμβασης να έχει παρουσιαστεί μετά την θέση της σε ισχύ ή να συνεχίζεται και μετά από αυτήν.

Τα κράτη μέλη της Σύμβασης οφείλουν να υποβάλλουν στην επιτροπή τακτικές εκθέσεις για την εφαρμογή των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες. Από τις 16 έως τις 20 Απριλίου η Επιτροπή στην 7η  συνεδρίασή της στην Γενεύη θα εξετάσει την τήρηση της Σύμβασης από την Αργεντινή, την Κίνα, την Ουγγαρία και το Περού.

Στις 20 Απριλίου 2010 η Επιτροπή δημοσίευσε ένα κείμενο κατευθύνσεων για τα παρατηρητήρια εφαρμογής της σύμβασης (βλ. εδώ)

Πρόκειται λοιπόν για την αναγνώριση αρμοδιότητας σε έναν μηχανισμό διεθνούς ελέγχου για το κατά πόσον η Ελλάδα τηρεί τις υποχρεώσεις της και προστατεύει τα δικαιώματα ανθρώπων με αναπηρίες. 

Τρίτη, Απριλίου 10, 2012

Άρνηση παροχής υπηρεσίας λόγω αναπηρίας του πελάτη

Διαβάζω την δημόσια καταγγελία ενός πολίτη με αναπηρία, που αναφέρει ότι δεν του επιτράπηκε η είσοδος σε υποκατάστημα τράπεζας, επειδή στο παρελθόν κάποιο άτομο με αμαξίδιο πυροβόλησε έναν υπάλληλο κι από τότε φέρεται ως "πολιτική" της τράπεζας να απαγορεύει την είσοδο σε πελάτες με αμαξίδια. Δεν γνωρίζουμε βέβαια την επίσημη θέση της συγκεκριμένης τράπεζας, αλλά με αφορμή εκείνη την καταγγελία, ας δούμε  τι συνεπάγεται νομικά η άρνηση παροχής υπηρεσίας διαθέσιμης στο κοινό σε κάποιον πολίτη λόγω της αναπηρίας του. 

Ο σχετικός νόμος είναι ο Ν.3304/2005 με τίτλο "Εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμου". 

Κατά το άρθρο 1 του Ν.3304/2005 σκοπός του είναι η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο δύο κοινοτικών οδηγιών που περιορίζουν την εφαρμογή της εν λόγω αρχής της ίσης μεταχείρισης "στον τομέα της απασχόλησης και εργασίας". Ωστόσο, άλλες διατάξεις του Ν.3304/2005 επεκτείνουν το πεδίο εφαρμογής του και σε άλλους τομείς, πέραν δηλ. της απασχόλησης κι εργασίας. Κατά το άρθρο 2 απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση διάκριση για όλους τους λόγους που αναφέρονται στον τίτλο του νόμου, δηλ. και για την αναπηρία. Ως διάκριση "νοείται και η παρενόχληση ή κάθε άλλη προσβλητική ενέργεια που σχετίζεται με έναν από τους λόγους του άρθρου 1 και και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας προσώπου και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος." Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι "διάκριση νοείται επίσης οποιαδήποτε εντολή για την εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης σε βάρος προσώπου" για οποιονδήποτε από τους παραπάνω λόγους - ιδιότητές του. 

Το δεύτερο κεφάλαιο του νόμου αφορά αποκλειστικά την ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως φυλετικής/εθνοτικής καταγωγής. Το τρίτο κεφάλαιο του νόμου αφορά την ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, στον τομέα της απασχόλησης και εργασίας. 

Το τέταρτο κεφάλαιο έχει τίτλο "Προστασία" και περιέχει το άρθρο 16, το οποίο έχει τίτλο "Ποινικές κυρώσεις". Σύμφωνα με αυτό το άρθρο, όποιος παραβιάζει την κατά τον παρόντα νόμο απαγόρευση της διακριτικής μεταχείρισης για λόγους εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής ή θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, κατά τη συναλλακτική διάθεση αγαθών ή προσφορά υπηρεσιών στο κοινό τιμωρείται με φυλάκιση έξι (6) μηνών και με χρηματική ποινή 1.000 έως 5.000 ευρώ

Συνεπώς ο νόμος απαγορεύει, και μάλιστα προβλέποντας ποινικές κυρώσεις, τον αποκλεισμό κάποιου από την συναλλακτική διάθεση αγαθών ή προσφορά υπηρεσίας λόγω της ίδιας της αναπηρίας του. 

Ενδιαφέρον έχει και το άρθρο 14 ("Βάρος απόδειξης") το οποίο θα αφορούσε μια αστική απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εναντίον της οντότητας που τον απέκλεισε από την παροχή υπηρεσίας λόγω αναπηρίας του: όταν ο βλαπτόμενος προβάλλει ότι δεν τηρήθηκε η αρχή της ίσης μεταχείρισης και αποδεικνύει ενώπιον δικαστηρίου ή αρμόδιας διοικητικής αρχής πραγματικά γεγονότα από τα οποία μπορεί να συναχθεί άμεση ή έμμεση διάκριση, το αντίδικο μέρος φέρει το βάρος να αποδείξει στο δικαστήριο ή η διοικητική αρχή να θεμελιώσει ότι δεν συνέτρεξαν περιστάσεις που συνιστούν παραβίαση της αρχής αυτής. Αυτό σημαίνει ότι το θύμα καλείται απλώς να αποδείξει ότι όντως συνέβησαν τα περιστατικά που συνιστούν διάκριση, ενώ όλο το βάρος στη συνέχεια πέφτει στον δράστη, ο οποίος καλείται να αποδείξει για ποιο λόγο κατά τη γνώμη του δεν προχώρησε σε αθέμιτη διάκριση. Πρόκειται για αναστροφή του βάρους της απόδειξης, υπέρ του θύματος της διάκρισης, ακριβώς για να διευκολυνθεί όλη αυτή η κοινωνική κατηγορία στην δικαστική ή διοικητική διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Αυτή η αναστροφή δεν ισχύει βέβαια για την ποινική παράβαση, γιατί εκεί προέχει η αρχή in dubio pro reo. 

Συνεπώς, ο αποκλεισμός ατόμων για τις παραπάνω ιδιότητές τους, στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, από την πρόσβαση σε αγαθά ή υπηρεσίες δεν βρίσκεται στο πλαίσιο της συναλλακτικής ελευθερίας και της ευχέρειας του παρέχοντος αγαθά ή υπηρεσίες στο κοινό. Κι αυτό συμβαίνει γιατί το δίκαιο παρεμβαίνει υπέρ της διεύρυνσης της ελευθερίας των ατόμων που εξ ορισμού υφίστανται διακρίσεις, δηλαδή των πολιτών που ξεκινούν από χαμηλότερες αφετηρίες δυνατοτήτων, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να εξισορροπήσει της αδικίες που παρατηρούνται στην πράξη. 




Κυριακή, Απριλίου 08, 2012

H τηλεοπτική προβολή των κομμάτων στην προεκλογική περίοδο

Η ροή της πληροφορίας κατά το στάδιο της προεκλογικής περιόδου αποτελεί ένα ασφυκτικά  ρυθμισμένο πεδίο, στο οποίο o νόμος επιβάλλει αυστηρή οριοθέτηση του χρόνου που διατίθεται στα κόμματα, μέχρι τελευταίου δευτερολέπτου.  Η τηλεοπτική προβολή θεωρείται μέχρι σήμερα η σημαντικότερη παράμετρος για την πολιτική ύπαρξη ενός πολιτικού φορέα. Η παραδοχή αυτή έχει οδηγήσει σε υπερρύθμιση, κάθετες απαγορεύσεις και  συζητήσιμες συνταγματικά λύσεις. 

Ας δούμε τι λέει η πρόσφατη κωδικοποίηση της εκλογικής νομοθεσίας για το θέμα αυτό (π.δ. 26/2012).

- Σύμφωνα με το άρθρο 45, οι ρ/τ σταθμοί είναι υποχρεωμένοι για δωρεάν και απαλλαγμένη από κάθε τέλος μετάδοση προεκλογικών μηνυμάτων, ανάλογα με το χρόνο που θα κατανείμει στα κόμματα απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και του Υπουργού που είναι αρμόδιος για τα ΜΜΕ, ύστερα από απλή γνώμη του Ε.Σ.Ρ. και της Διακομματικής Επιτροπής εκλογών. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, ο χρόνος κατανέμεται στα κόμματα με βάση την αρχή της αναλογικής ισότητας και την εξασφάλιση της μετάδοσης των θέσεων και του προγράμματός τους. Κανένα μήνυμα δεν επιτρέπεται να μεταδίδεται την προηγούμενη, καθώς και την ημέρα διεξαγωγής των εκλογών. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης συμμετέχουν με δικαίωμα ψήφου και εκπρόσωποι των κομμάτων ή συνασπισμού κομμάτων, τα οποία έχουν πλήρεις συνδυασμούς υποψηφίων στα τρία τέταρτα (3/4) των εκλογικών περιφερειών της χώρας.

- Κατά το άρθρο 46 εισάγεται απόλυτη απαγόρευση στα πολιτικά κόμματα για μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων μέσω ρ/τ σταθμών, κατά την προεκλογική περίοδο, με εξαίρεση όσων επιβάλλονται από το άρθρο 45. 

- Με το άρθρο 47 εισάγεται επίσης για τους υποψήφιους βουλευτές απόλυτη απαγόρευση ραδιοτηλεοπτικών διαφημηστικών μηνυμάτων. Απαγορεύεται επίσης, από δημόσιους και ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ελεύθερης λήψης, καθώς και από φορείς παροχής συνδρομητικών ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών υπηρεσιών, η μετάδοση κάθε είδους εκπομπών, οι οποίες παρουσιάζονται, αμέσως ή εμμέσως, από υποψήφιους βουλευτές. Οι εμφανίσεις υποψήφιων βουλευτών σε πάσης φύσεως εκπομπές δημόσιων ή ιδιωτικών ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σταθμών ελεύθερης λήψης, καθώς και σε φορείς παροχής κάθε μορφής συνδρομητικών τηλεοπτικών υπηρεσιών, υπό οποιαδήποτε μορφή, επιτρέπεται, ως εξής: 
α. Σε κάθε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας επιτρέπεται η  εμφάνιση του υποψήφιου βουλευτή, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου  μόνο μία φορά. 
β. Σε κάθε ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό τοπικής ή περιφερειακής εμβέλειας, επιτρέπεται η εμφάνιση του υποψήφιου βουλευτή κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου μέχρι δύο φορές. 
γ. Ως εμφανίσεις κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου θεωρούνται οι προσωπικές συνεντεύξεις των υποψηφίων, η συμμετοχή τους σε οργανωμένες συζητήσεις, περιλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν τα δελτία ειδήσεων, καθώς και η κάλυψη, κατόπιν αιτήματος του υποψηφίου βουλευτή, της προεκλογικής του δραστηριότητας. 
3. Από τους περιορισμούς της προηγούμενης παραγράφου εξαιρούνται οι Πρόεδροι ή     Αρχηγοί κομμάτων και οι υποψήφιοι βουλευτές επικρατείας.

- Το άρθρο 49 απαγορεύει την μετάδοση δημοσκοπήσεων 15 ημέρες πριν τις εκλογές.

Από το παραπάνω αυστηρότατο πλαίσιο, το οποίο προβλέπει σοβαρές κυρώσεις για τα μέσα ενημέρωσης που θα το παραβιάσουν, προκύπτει ότι κατ' ουσίαν ο μόνος τηλεοπτικός χρόνος που μπορούν να έχουν τα κόμματα αποφασίζεται από την Διακομματική Επιτροπή Εκλογών, "τακτοποιείται" από την γνωμοδότηση του ΕΣΡ, και "επικυρώνεται" από τον αρμόδιο υπουργό με απόφασή του.

Νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από αυτούς τους ασφυκτικούς περιορισμούς είναι κατά πόσον είναι συμβατοί με το δικαίωμα ενεργητικής πληροφόρησης των υποψηφίων που προβλέπεται από το άρθρο 5Α του Συντάγματος, αλλά και το δικαίωμα ελεύθερης μετάδοσης και λήψης πληροφοριών που προβλέπεται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το μεν Σύνταγμα επιτρέπει περιορισμούς, αλλά μόνο όταν αυτοί στοχεύουν στην καταπολέμηση του εγκλήματος, την εθνική ασφάλεια ή την προστασία δικαιωμάτων τρίτων. Η δε ΕΣΔΑ επιτρέπει περιορισμούς μόνον αυτοί στοχεύουν σε μια σειρά αντίστοιχων έννομων αγαθών. Εάν ένας νόμος επινοεί ένα άλλο, άγνωστο μέγεθος, το οποίο επιχειρεί να προστατεύσει θυσιάζοντας την ελευθερία της πληροφόρησης, προφανώς θα είναι αντίθετος στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.

Με μια τέτοια υπόθεση ασχολήθηκε σχετικά πρόσφατα το Συμβούλιο της Επικρατείας, όταν η "Δράση" προσέφυγε εναντίον της υπουργικής απόφασης που όριζε ελάχιστα λεπτά τηλεοπτικής προβολής στις ευρωεκλογές του 2009. Η Επιτροπή Αναστολών με μια πρώτη απόφαση απέρριψε την αίτηση αναστολής της υπουργικής απόφασης (βλ. εδώ). Στη συνέχεια όμως, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφαση 3427/2010 διαπίστωσε ότι όντως η κατανομή τηλεοπτικού χρόνου ήταν άνιση για τα νεοπαγή κόμματα, με το εξής δόκιμο σκεπτικό: 

"13. Επειδή, οι προσβαλλόμενες πράξεις κατανέμουν χρόνο ραδιοτηλεοπτικής προβολής στα κόμματα, τα οποία θα συμμετάσχουν στις εκλογές της 7.6.2009. Για μεν τα κόμματα που εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς και για τα κόμματα «που έχουν λάβει στις αμέσως προηγούμενες ευρωεκλογές τουλάχιστον… 0,50% του συνόλου των έγκυρων ψηφοδελτίων…», οι πράξεις αυτές συνάγουν τεκμήριο συμμετοχής τους στις εκλογές της 7.6.2009 για δε τα λοιπά κόμματα (εν οις και το νεοπαγές αιτούν) οι προσβαλλόμενες πράξεις προϋποθέτουν την ανακήρυξη των συνδυασμών τους από τον 'Αρειο Πάγο, η οποία, κατ εφαρμογήν του άρθρου 3 παρ. 8 του ν. 1180/1981, συμπίπτει με την 24.5.2009. Η διαφοροποίηση αυτή οδηγεί και σε διαφοροποίηση του χρονικού σημείου ενάρξεως της μεταδόσεως των προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων εντός του διατιθεμένου σε αυτά χρόνου. Η έναρξη αυτή συμπίπτει με την δημοσίευση της πρώτης υπουργικής αποφάσεως για τα κόμματα της πρώτης κατηγορίας (13.5.2009), με την δημοσίευση της δεύτερης υπουργικής αποφάσεως για τα κόμματα της δεύτερης κατηγορίας (15.5.2009) και με την 24.5.2009 για τα λοιπά (όπως το αιτούν) κόμματα. Όμως, η συνταγματική αρχή της ισότητας, η οποία διέπει και την ύλη που ρυθμίζει το άρθρο 15 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του Συντάγματος, επιβάλλει μια κοινή αφετηρία για τα κόμματα κατά την ρύθμιση της προεκλογικής τους προβολής από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, πέρα της οποίας και μόνο επιτρέπεται η περαιτέρω διαφοροποίηση των κομμάτων κατ εφαρμογήν της ειδικότερης αρχής της αναλογικής ισότητας. Ως κοινή αφετηρία δεν νοείται μόνον ο ελάχιστος, αλλά πάντως επαρκής χρόνος για την μετάδοση των θέσεων και του προγράμματος των κομμάτων, αλλά και η κοινή για όλα τα κόμματα έναρξη της μεταδόσεως των ραδιοτηλεοπτικών τους μηνυμάτων, λαμβανομένης ιδίως υπ όψη της απαγορεύσεως του άρθρου 11 του ν. 3023/2002. Η απόκλιση ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, από την αρχή της ισότητος δεν μπορεί να δικαιολογηθεί εκ μόνου του ότι οι παραπάνω κατηγορίες κομμάτων τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, δηλαδή τα μεν εκπροσωπούνται, τα δε δεν εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Από την άποψη, όμως, της ρυθμιζομένης ύλης (ήτοι της προεκλογικής προβολής των κομμάτων), κρίσιμο είναι ότι, λόγω ακριβώς των διαφορετικών αυτών συνθηκών, τα μεν εκπροσωπούμενα κόμματα είχαν ανεμπόδιστη δυνατότητα προβολής του προγράμματος και των θέσεών τους πριν από την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως του άρθρου 11 του ν. 3023/2002, κατά την τρέχουσα προεκλογική περίοδο, ενώ κόμματα νεοπαγή, όπως το αιτούν, δεν είχαν τέτοια δυνατότητα, ακριβώς επειδή ιδρύθηκαν λίγο χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως. Η δυσμενής αυτή θέση των νεοπαγών κομμάτων δεν είναι συνταγματικώς ανεκτό να καταστεί ακόμη δυσμενέστερη με την εις βάρος τους διαφοροποίηση του χρόνου ενάρξεως μεταδόσεως των προεκλογικών τους μηνυμάτων. Η αρχή της ισότητας θα επέβαλλε τουλάχιστον κοινή έναρξη του χρόνου αυτού για όλα τα κόμματα, δεδομένου ότι τα νεοπαγή έχουν για τους εκτεθέντες λόγους μεγαλύτερη ανάγκη προβολής του προγράμματος και των θέσεών τους. Επομένως, οι προσβαλλόμενες υπουργικές αποφάσεις, διαφοροποιώντας κατά τα εκτεθέντα το χρονικό σημείο ενάρξεως της μεταδόσεως των προεκλογικών μηνυμάτων των κομμάτων, έχουν εκδοθεί κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας."


Έτσι, το Συμβούλιο Επικρατείας έκανε δεκτή την προσφυγή της "Δράσης" και  ακύρωσε τις υπουργικές αποφάσεις κατανομής του τηλεοπτικού χρόνου, λόγω παραβίασης της αρχής της ισότητας (υπήρξε όμως και μειοψηφία των δικαστών). 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ασχολήθηκε επίσης με την απαγόρευση τηλεοπτικής προβολής πολιτικών μηνυμάτων στην απόφαση TV Vest και Κόμμα Συνταξιούχων κατά Νορβηγίας (11.12.2008). Στο νορβηγικό δίκαιο υπήρχε μια απαγόρευση προβολής πολιτκών μηνυμάτων (γενικά, όχι μόνο κατά την προεκλογική περίοδο). Το Κόμμα Συνταξιούχων αγόραση τηλεοπτικό χρόνο, το TV Vest προβαλε τα spot του κόμματος κατά την προεκλογική περίοδο και το νορβηγικό ΕΣΡ του επεβαλε πρόστιμο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε την Νορβηγία για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης. Στην ίδια απόφαση όμως, το ΕΔΔΑ αναγνώρισε ότι τα κράτη διαθέτουν ένα ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας για το πώς θα ρυθμίσουν τα ζητήματα ροής της πληροφορίας κατά την προεκλογική περίοδο. Έχει όμως πολύ ενδιαφέρον ότι η αιτιολόγηση της ρύθμισης από την Νορβηγία (η αγορά τηλεοπτικού χρόνου ευνοεί τα εύρωστα κόμματα) απορρίφθηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο διέγνωσε ότι η αγορά τηλεοπτικού χρόνου είναι η μόνη λύση προβολής για τα μικρά κόμματα, τα οποία, σε αντίθεση με τα "εύρωστα" δεν απολαμβάνουν από μόνα τους τηλεοπτική προβολή. 

Όσον αφορά το θεμιτό του περιορισμού πληροφόρησης κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η διαρρύθμιση του ζητήματος από την Σύσταση της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης 15 (2007) για τα μέτρα που αφορούν την ενημερωτική κάλυψη των προεκλογικών εκστρατειών.  Σε αυτή τη Σύσταση προβλέπεται ότι τα κράτη μπορούν να προβλέπουν νομοθετικά ότι τα δημόσια μέσα ενημέρωσης μπορούν να παρέχουν δωρεάν ραδιοτηλεοπτικό χρόνο σε πολιτικά κόμματα και υποψηφίους κατά την προεκλογική περίοδο, ισότιμα, χωρίς διακρίσεις και με βάση διαφανή και αντικειμενικά κριτήρια. Στα κράτη μέλη που επιτρέπεται σε κόμματα και υποψηφίους να αγοράζουν διαφημιστικό χρόνο για εκλογικούς σκοπούς, η νομοθεσία πρέπει να διασφαλίζει ότι όλοι έχουν την δυνατότητα αγοράς σύμφωνα με ίσους όρους και τίμημα. Τα κράτη μέλη μπορούν να εισάγουν περιορισμούς στην έκταση του χρόνου που μπορεί να αγοραστεί. Οι τακτικοί παρουσιαστές ειδήσεων και προγράμματος δεν πρέπει να παίρνουν μέρος σε αγορασμένες πολιτικές εκπομπές(!). 

H Eπιτροπή συνταγματικών θεμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης (η "Επιτροπή της Βενετίας") στον Kώδικα Καλών Πρακτικών σε Εκλογικά Ζητήματα του 2002 αναφέρει ότι για την εφαρμογή των ίσων ευκαιριών προβολής υποψηφιων υπάρχουν δύο εκδοχές: είτε "αυστηρή" ισότητα, είτε "αναλογική" ισότητα. "Αυστηρή" ισότητα σημαίνει ότι τα πολιτικά κόμματα αντιμετωπίζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η υπάρχουσα κοινοβουλευτική ή τελευταία εκλογική τους δύναμη. "Αναλογική" ισότητα (ένας όρος που υπάρχει και στην ελληνική εκλογική νομοθεσία) σημαίνει μεταχείριση ανάλογα με τον αρθμό των ψήφων. Ο Κώδικας αναφέρει ότι το πιο σημαντικό είναι να καταστρωθεί ένας κατάλογος των ΜΜΕ της χώρας και να διασφαλιστεί ότι οι υποψήφιοι διαθέτουν επαρκώς κατανεμημένο χρόνο και να υπάρχει ένα minimum χρονικής πρόσβασης στα ιδιωτικά ΜΜΕ. 

Εν αναμονή, λοιπόν, της απόφασης Γιαννίτση για τον καταμερισμό του ραδιοτηλεοπτικού χρόνου. 




Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

H ομόφυλη συμβίωση είναι οικογενειακή ζωή

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην γνωστή απόφαση Schalk και Kopf κατά Αυστρίας, ενώ απέρριψε την ύπαξη ενός δικαιώματος γάμου για ομόφυλα ζευγάρια, αναγνώρισε ταυτόχρονα ότι μια τέτοια σχέση εμπίπτει όχι μόνο στο πλαίσιο της προστασίας της "ιδιωτικής ζωής", αλλά και της "οικογενειακής ζωής". Χειριζόμενος δικαστικά μια σχετική υπόθεση, βρέθηκα πάλι μπροστά στο σχετικό νομικό ζήτημα.

Το συγκεκριμένο απόσπασμα της απόφασης, σε μετάφραση στα Ελληνικά: 


90. Είναι αδιαμφισβήτητο στην παρούσα υπόθεση ότι η σχέση ενός ομόφυλου ζεύγους, όπως των προσφευγόντων, εμπίπτει στην έννοια της  “ιδιωτικής ζωής” κατά την έννοια του άρθρου 8. Ωστόσο, υπό το φως των σχολίων των διαδίκων, το Δικαστήριο θεωρεί αναγκαίο να εξετάσει το θέμα του εάν η σχέση τους συνιστά επίσης “οικογενειακή ζωή”.

91. Το Δικαστήριο εμμένει στην πάγια νομολογία του όσον αφορά τα ομόφυλα ζευγάρια, δηλαδή ότι ή έννοια της οικογένειας σύμφωνα με αυτή τη διάταξη δεν περιορίζεται στις έγγαμες σχέσεις και μπορεί να περιλαμβάνει  de facto “οικογενειακούς δεσμούς”, όταν τα μέρη ζουν μαζί και χωρίς γάμο. Ένα παιδί που γεννιέται σε μια τέτοια σχέση είναι αυτοδικαίως μέλος αυτής της “οικογενειακής” κοινότητας από την ίδια στιγμή της γέννησής του (βλ.  Elsholz κατά Γερμανίας [Τμήμα Ευρείας Συνθέσεως], προσφυγή αρ. 25735/94, § 43, ΕΔΔΑ 2000-VIII. Keegan κατά Ιρλανδίας, 26 Μάη 1994, § 44, Συλλογή A αρ. 290, κι επίσης  Johnston and Others κατά Ιρλανδίας, 18 Δεκεμβρίου 1986, § 56, Συλλογή A αρ. 112).

92. Αντίθετα, η νομολογία του Δικαστηρίου είχε αποδεχθεί ότι η συναισθηματική και σεξουαλική σχέση ενός ομόφυλου ζεύγους αποτελεί “ιδιωτική ζωή”, αλλά δεν είχε κρίνει ότι συνιστά “οικογενειακή ζωή”, ακόμη κι όταν υπάρχει μια μακροχρόνια σχέση συγκατοικούντων συντρόφων. Κρίνοντας έτσι, το Δικαστήριο παρατηρούσε οτι η αυξανόμενη τάση σε έναν αριθμό Ευρωπαϊκών Κρατών έναντι της νομικής και δικαστικής αναγνώρισης των σταθερών de facto συντροφικών σχέσεων μεταξύ ομοφυλόφιλων, δεδομένης της ύπαρξης λίγων κοινών τοπων μεταξύ των Συμβαλλομένων Κρατών, αποτελούσε μια περιοχή στο οποίο τα κράτη είχαν ευρύ πεδίο διακριτικής ευχέρειας (βλ.  Mata Estevez v. Spain (διάταξη), αρ. προσφυγής 56501/00, ΕΔΔΑ 2001-VI, με περαιτέρω παρατηρήσεις). Στην υπόθεση  Karner (βλ. ανωτ., § 33), που αφορούσε την διαδοχή του επιζώντος συντρόφου ομόφυλου ζεύγους στα δικαιώματα μίσθωσης κατοικίας, τα οποία εμπίπτουν στην έννοια της “κατοικίας”, το Δικαστήριο ρητά άφησε ανοικτό το ζήτημα εάν η υπόθεση αφορούσε και την “ιδιωτική και οικογενειακή ζωή” του προσφεύγοντα.

93. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι από το 2001, όταν εκδόθηκε η διάταξη στην υπόθεση  Mata Estevez, ακολούθησε μια ταχεία εξέλιξη της κοινωνικής αντίληψης απέναντι στα ομόφυλα ζευγάρια σε πολλά κράτη μέλη. Από τότε ένας αξιόλογος αριθμός κρατών μελών αναγνώρισε νομική προστασία στα ομόφυλα ζευγάρια (βλ. ανωτ. παρ.  27-30). Συγκεκριμένες διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης απηχούν επίσης μια αυξανόμενη τάση να συμπεριληφθούν τα ομόφυλα ζευγάρια στην έννοια της “οικογένειας” (βλ. ανωτ. παρ. 26).

94. Υπό το φως αυτής της εξέλιξης, το Δικαστήριο θεωρεί τεχνητή την εμμονή στην άποψη ότι, σε αντίθεση με ένα ετερόφυλο ζευγάρι, ένα ομόφυλο ζευγάρι δεν μπορεί να απολαύσει το δικαίωμα της “οικογενειακής ζωής” κατά την έννοια του Άρθρου 8. Συνακόλουθα, η σχέση των προσφευγόντων, ενός ομόφυλου ζεύγους που συμβιώνει σε μια σταθερή de facto σχέση, εμπίπτει στην έννοια της “οικογενειακής ζωής”, ακριβώς όπως η σχέση ενός ετερόφυλου ζεύγους στις ίδιες συνθήκες.

95.  Συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι τα πραγματικά περιστατικά στην υπό κρίση υπόθεση εμπίπτουν στην έννοια της “ιδιωτικής ζωής” όπως και της “οικογενειακής ζωής” κατά την έννοια του άρθρου 8. Συνεπώς, εφαρμόζεται το άρθρο 14 σε συνδυασμό με το άρθρο 8.

Κυριακή, Απριλίου 01, 2012

"Λαθρομετανάστες"

Ολοένα και συχνότερα ακούμε να χρησιμοποιείται, επί τούτου, ο όρος "λαθρομετανάστες". Δεν πρόκειται για ουδέτερη, αλλά αντιθέτως για  αρνητικά φορτισμένη λέξη, καθώς συνδέει εξ ορισμού μια ιδιότητα με την τέλεση παράνομων πράξεων. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτός ο όρος είναι ακριβής νομικά. Για το φιλολογικό μέρος μπορείτε να επισκεφθείτε ένα κείμενο με έρευνα του Νίκου Σαραντάκου (εδώ). 

Το κεντρικό νομοθέτημα για την μετανάστευση είναι ο Ν.3386/2005 ("Για την είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια", ο οποίος έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές). Σε αυτόν τον νόμο ορίζονται συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα, δηλαδή πράξεις που σύμφωνα με την μεταναστευτική πολιτική της Ελλάδας είναι παράνομες και τιμωρούνται:

α) "Παράνομη είσοδος και έξοδος από τη Χώρα" (άρθρο 83).
β) Απαγόρευση παροχής υπηρεσιών από δημ. υπαλλήλους σε υπηκόους τρίτων χωρών χωρίς χαρτιά (άρθρο 84).
γ) Απαγορεύσεις σε συμβολαιογράφους (άρθρο 85)
δ) Απαγορεύσεις σε εργοδότες και εργαζόμενους υπηκόους τρίτων χωρών (άρθρο 86).
ε) Απαγορεύσεις σε λοιπούς ιδιώτες (άρθρο 87).
στ) Απαγορεύσεις για μεταφορείς (άρθρο 88).

Σε καμία από αυτές τις ποινικές διατάξεις γίνεται χρήση των όρων "λαθρομετανάστης", ή "λαθρομετανάστευση". Επομένως η επιλογή του ποινικού νομοθέτη είναι να μην χρησιμοποιηθεί η συγκεκριμένη ορολογία

Μόνο σε ένα άρθρο περιλαμβάνεται ο όρος "λαθρομετανάστες" στον μεταναστευτικό νόμο, σε άλλο κεφάλαιο, πέραν των ποινικών κυρώσεων: στο άρθρο 76, το οποίο έχει τίτλο "Προϋποθέσεις και διαδικασία διοικητικής απέλασης". Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου προβλέπεται ότι η διοικητική απέλαση αλλοδαπού επιτρέπεται εφόσον έχει καταδικαστεί τελεσίδικα σε ποινή στερητική της ελευθερίας για μια σειρά απαριθμούμενων αδικημάτων, μεταξύ των οποίων και για "την προώθηση λαθρομεταναστών στο εσωτερικό της Χώρας". Σε αυτή τη διάταξη διοικητικού δικαίου έχει εμφιλοχωρήσει λοιπόν ο όρος αυτός, αλλά μόνο κατα παραπεμπτική λειτουργία: χρησιμοποιείται για να παραπέμψει στην εφαρμογή των ποινικών διατάξεων που αφορούν τα παραπάνω ποινικά αδικήματα ή και σε άλλα αδικήματα που αφορούν ποινικοποιημένες μορφές πράξεων στο πλαίσιο της μεταναστευτικής πολιτικής της Χώρας. 

Ο όρος "λαθρομετανάστευση" έχει χρησιμοποιηθεί σε κάποια προνομοθετικά κείμενα (αιτιολογικές εκθέσεις), κυρίως σε τμήματα που αναφέρονται στην μεταναστευτική πολιτική. Περιέχεται στην ελληνική μετάφραση της -αλήστου μνήμης- Συνθήκης για το Σύνταγμα της Ευρώπης (2004), αλλά και στον Τελωνειακό Κώδικα του 2002, κατά το άρθρο 3 του οποίου η Τελωνειακή Υπηρεσία είναι αρμόδια για ελέγχους προσώπων και πραγμάτων για μια σειρά  από τομείς, ανάμεσα στους οποίους αναφέρεται και η "λαθρομετανάστευση".  Ωστόσο, ο ίδιος κώδικας, όσον αφορά τον όρο "λαθρεμπορία" περιέχει έναν σαφή και εξαντλητικό κατάλογο πράξεων που εμπίπτουν σε αυτή την έννοια (στο άρθρο 155). Στο Ν.3204/2003 (άρθρο 44) υπάρχει επίσης μια αναφορά, ότι θεωρούνται νόμιμες κάποιες συμβάσεις που υπέγραψε το Κέντρο Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων για την αντιμετώπιση περιπτώσεων "βιοτρομοκρατίας και πρόληψης επιδημιών σχετιζόμενων με την λαθρομετανάστευση". Και πάλι δηλαδή η χρήση του όρου είναι παραπεμπτική και όχι εισηγητική. 

Δηλαδή η νομοθεσία, παρόλο που περιέχει περιστασιακά τον όρο, όταν έρχεται η ώρα να ορίσει το συγκεκριμένο περιεχόμενο ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με την μετανάστευση, αποφεύγει την χρήση του. Επομένως, οι όροι "λαθρομετανάστης" και "λαθρομετανάστευση" δεν είναι σαφείς νομικά. Αντιλαμβανόμαστε ότι παραπέμπει σε κάποια παρανομία, αλλά ο νόμος σιωπά ως προς το πώς ορίζεται η συγκεκριμένη παρανομία. 

Έτσι, η χρήση του όρου "λαθρομετανάστες" στο δημόσιο λόγο, θεωρώ ότι προσβάλλει το τεκμήριο της αθωότητας αλλά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των προσώπων, στα οποία αναφέρεται. Γιατί τους αποδίδει αυτομάτως την ιδιότητα του παρανόμου, χωρίς να προβλέπεται τέτοια ιδιότητα και, πολύ περισσότερο, χωρίς βέβαια να υπάρχει σχετική δικαστική απόφαση που να κηρύσσει τα πρόσωπα ένοχα. Έτσι πρόκειται τελικά για έναν όρο όχι μόνο τεχνικά ασαφή, αλλά, ανάλογα και με το πλαίσιο της χρήσης του, μπορεί να αποτελέσει και προσβολή της προσωπικότητας του άλλου, ως μια περίπτωση εξύβρισης. 





Άρνηση ιατρικής σύμπραξης σε έκτρωση για συνειδησιακούς λόγους

" Ο ιατρός, επικαλούμενος λόγους συνείδησης, έχει δικαίωμα να μη μετέχει σε νόμιμες ιατρικές επεμβάσεις στις οποίες αντιτίθεται συνει...