Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 29, 2011

O νέος νόμος για τα διαδικτυακά (και άλλα) τυχερά παιχνίδια

Στα τέλη του καλοκαιριού, ψηφίστηκαν τελικά οι διατάξεις που αφορούν γενικά τα διαδικτυακά παίγνια, καθώς και άλλα τυχερά και ψυχαγωγικά παιχνίδια off-line. Οι διατάξεις προστέθηκαν ως το Τέταρτο Μέρος του Ν.4002/2011 (βλ. εδώ), ενός νόμου, ο οποίος στον τίτλο του δεν περιλαμβάνει καμία υπόμνηση για το συγκεκριμένο θέμα.

Ο νόμος περιέχει αρκετές οριοθετήσεις γενικά για την έννοια των παιγνίων (στο άρθρο 25), αλλά το πεδίο εφαρμογής του αφορά μόνον τα "ηλεκτρονικά παίγνια" και τα "τυχερά παίγνια" που διενεργούνται με "παιγνιομηχανήματα" ή μέσω του Διαδικτύου. Οι διατάξεις του νέου νόμου δεν αφορούν τα τυχερά παιχνίδια για τα οποία έχει ήδη δοθεί άδεια σε καζίνο και στον ΟΠΑΠ και ΟΔΙΕ, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την αρμοδιότητα της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων, καθώς και τις διατάξεις που αφορούν την διαφήμιση.

Η διεξαγωγή κι εκμετάλλευση παιγνίων με παιγνιομηχανήματα ή μέσω Διαδικτύου προϋποθέτει την προηγούμενη έκδοση διοικητικής άδειας από την ΕΕΕΠ. Σύμφωνα με το νόμο, στην Ελληνική Επικράτεια επιτρέται να λειτουργήσουν 35.000 παιγνιομηχανήματα για τυχερά παίγνια (άρθρο 39), από τα οποία, τα 16.500 εκμεταλλεύεται ο ΟΠΑΠ μέσω των πρακτορείων του και τα υπόλοιπα 18.500 σε αμιγείς χώρους, αλλά τα εκμεταλλεύονται 4 έως δέκα παραχωρησιούχοι του ΟΠΑΠ, που αποκτούν άδεια κατόπιν προκήρυξης δημόσιου διεθνούς πλειοδοτικού διαγωνισμού με όρους που εγκρίνονται από την ΕΕΕΠ. Η άδεια για παιγνιομηχανήματα για τα τυχερά παίγνια είναι προσωπική κι αμεταβίβαστη και ισχύει για δέκα χρόνια που αρχίζουν δώδεκα μήνες μετά τη χορήγησή της.

Η ΕΕΕΠ είναι στην ουσία η παλιά Eπιτροπή Ελέγχου Τυχερών Παιχνιδιών (του Ν.3229/2004). Παράλληλα ιδρύεται η "Συμβουλευτική Επιτροπή Παιγνίων", με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και με αρμοδιότητα να εισηγείται μέτρα και να διατυπώνει απόψεις για τις κανονιστικές αποφάσεις της ΕΕΕΠ. Η ΕΕΕΠ ασκεί τις αρμοδιότητες που είχε από τον νόμο του 2004 κι επιπλέον εποπτεύει κι ελέγχει την αγορά των τεχνικών - ψυχαγωγικών και τυχερών παιγνίων με παιγνιομηχανήατα ή μέσω διαδικτύου καθώς και των μορφών παιγνίωνγια τα οποία δεν ορίζεται άλλη εποπτική αρχή. Ασκεί έλεγχο νομιμότητας, οικονομικής διαχείρισης, τήρησης κανόνων διεξαγωγής, έλεγχο απόδοσης κερδών στους παίκτες και το Δημόσιο, τη χρηστή λειτουργία του παιγνίου, τον έλεγχο εφαρμογής των όρων της άδειας λειτουργίας. Επίσης παρακολουθεί και διενεργε ελέγχους σε συμμετέχοντες στους αδειοδοτικούς διαγωνισμούς κλπ. Ελέγχει, χαρακτηρίζει, ταξινομεί και πιστοποιεί κάθε τύπο παιγνίου ή λογισμικού τους και λαμβάνει ή ανακαλεί τις σχετικές αποφάσεις μετά από αίτηση κατασκευαστών, προμηθευτών, αδειούχων κλπ. Επίσης έχει αρμοδιότητα τεχνικού πραγματογνώμονα, κατόπιν αίτησης δικαστικής αρχής. Εκδίδει κανονιστικές αποφάσεις για την προστασία των ανηλίκων κι ευάλωτων ομάδων και την εφαρμογή μέτρων πρόληψης και καταστολής, όπως η απαγόρευση παιγνίων με περιεχόμενο ρατσιστικό, ξενοφοβικό, πορνογραφικό ή αντίθετο τους κανόνες της δημόσιας τάξης και μέτρων πρόληψης και παρεμπόδισης ξεπλύματος χρήματος. Συνεργάζεται με άλλες εθνικές και διακρατικές υπηρεσίες κι αρμόδιες αρχές. Επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις, όπως η αφαίρεση άδειας διενέργειας παιγνίων και ασκεί άλλες συναφείς διοικητικές αρμοδιότητες (άρθρο 28).

Ο νόμος ορίζει ότι το ελάχιστο αποδιδόμενο ποσοστό κέρδους (pay out) ανέρχεται σε 80%, ενώ το μέγιστο ορίζεται με τον Κανονισμό Διεξαγωγής κι Ελέγχου Παιγνίων της ΕΕΕΠ, ο οποίος θα προσδιορίσει κι άλλους όρους σχετικά με τα κέρδη. Πάντως, τα κέρδη από παιγνιομηχανήματα αποδίδονται άμεσα στον παίκτη (άρθρο 31).

Η συμμετοχή σε τυχερά παίγνια επιτρέπεται μόνο σε φυσικά πρόσωπα που έχουν συμπληρώσει το 21ο έτος ηλικίας, με τρόπο που επικυρώνεται σύμφωνα με απόφαση της ΕΕΕΠ. Γι' αυτό και οι ανήλικοι καθώς και τα άτομα ηλικίας 18-21 απαγορεύεται να εισέρχονται σε χώρους που διεξάγονται τυχερά παίγνια και πρέπει σε αυτούς τους χώρους να υπάρχει σχετική σήμανση. Αυτοί οι περιορισμοί για τους πολίτες 18-21 ετών είναι αδικαιολόγητοι: πρόκειται για άτομα με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, καθώς και δικαίωμα ψήφου. Δεν υπάρχει κάποια δικαιολόγηση για την οποία θα έπρεπε να εξομοιώνονται με τους ανήλικους. Στην αιτιολογική έκθεση (σελ. 17) υπάρχει μάλιστα και η παραδοξολογία της αναφοράς σε "ανήλικους κάτω των 21 ετών"! Οι ανήλικοι επιτρέπεται να μετέχουν μόνο σε τεχνικά - ψυχαγωγικά παίγνια, κατάλληλα για την ηλικία τους, σύμφωνα με πιστοποίηση της ΕΕΕΠ. Το ελάχιστο ποσό συμμετοχής για τα παιγνιομηχανήματα είναι από 0,10 λεπτά έως 2 ευρώ, ποσά που μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση της ΕΕΕΠ. Απαγορεύεται η διεξαγωγή κάθε τυχερού παιγνίου με πίστωση και με παροχή έκπτωσης στο κόστος συμμετοχής. Απαγορεύεται επίσης ο παίκτης να χάσει ποσό μέγιστο από το ποσό συμμετοχής του. Ο αδειούχος και το πάσης φύσης προσωπικό του καθώς και τα μέλη των οργάνων διοίκησής του απαγορεύεται να μετέχουν στα παίγνια που διεξάγουν οι ίδιοι.

Η συμμετοχή σε τυχερά παίγνια με παιγνιομηχανήματα ή μέσω διαδικτύου γίνεται με ατομική κάρτα παίκτη, ώστε να διαπιστώνονται στοιχεία όπως η ηλικία, ο ΑΦΜ και να διασφαλίζονται πρόσθετοι περιορισμοί που θέτει ο ίδιος ο παίκτης. Η κάρτα εκδίδεται σύμφωνα με τους όρους που θα ορίσει η ΕΕΕΠ με απόφασή της. Κανονικά, βέβαια, η εν λόγω κάρτα όσον αφορά το Διαδίκτυο θα πρέπει να εκδίδεται και ως ηλεκτρονικό έγγραφο, πράγμα για το οποίο θα πρέπει να μεριμνήσει η ΕΕΕΠ.

Τα προσωπικά δεδομένα των παικτών διασφαλίζονται ειδικά, καθώς σύμφωνα με το νόμο δεν επιτρέπεται η ΕΕΕΠ, οι αδειούχοι και οι φορείς εκμετάλλευσης να δημοσιοποιήσουν οποιοδήποτε σχετικό στοιχείο, αλλά οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα για την ανωνυμοποίηση των παικτών. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν όμως για ελεγκτικούς σκοπούς (λ.χ. προστασία ανηλίκων), όπως οι φορολογικοί έλεγχοι.

Η διαφήμιση ("εμπορική επικοινωνία") των παιγνίων υπόκειται σε περιορισμούς, όπως η υποχρεωτική αναγραφή ατόμων που απαγορεύεται να παίζουν τυχερά παίνγια και των γραμμών και υπηρεσιών υποστήριξης για απεξάρτηση από το παίγνιο. Απαγορεύεται η εμπορική επικοινωνία περί παροχής πίστωσης στους παίκτες για τη συμμετοχή σε τυχερά παίγνια. Μέχρι τη θέσπιση Κώδικα Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων απαγορεύεται η εμπορική επικοινωνία για τυχερά παίγνια, εκτός από όσα διεξάγονται με άδεια που έχει εκδοθεί από την Ελληνική Δημοκρατία (άρθρο 35). Η προσωρινή αλλά απόλυτη αυτή απαγόρευση των νέων τυχερών παιγνίων ενδεχομένως θα δημιουργήσει προβλήματα σε υπηρεσίες που κατέχουν ήδη άδεια από άλλα κράτη της Ε.Ε., καθώς ιδρύει ένα εμπόδιο στην ελεύθερη κίνηση υπηρεσιών εντός της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο, οι φορείς εκµετάλλευσης που έχουν λάβει άδεια σε ένα κράτος µέλος µπορούν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους καταναλωτές σε άλλα κράτη µέλη, εκτός εάν τα εν λόγω κράτη µέλη επιβάλλουν περιορισµούς που δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δηµοσίου συµφέροντος, όπως η προστασία του καταναλωτή και η γενική ανάγκη διατήρησης της δηµόσιας τάξης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Πράσινη Βίβλος "Τυχερά παιχνίδια σε απευθείας σύνδεση στην ευρωπαϊκή αγορά", 24.3.2011 βλ. εδώ, σελ. 7).

Πέρα από τα ανωτέρω, η Έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής (βλ. εδώ, σελ. 21), αναφέρει ότι η καθολική απαγόρευση διαφήμισης για τα τυχερά παίγνια που θα αδειοδοτηθούν μετά τη θέσπιση του νέου νόμου, αλλά πριν την θέσπιση του Κώδικα δημιουργεί ένα ζήτημα άνισης μεταχείρισης που δεν δικαιολογείται ειδικότερα. Δηλαδή ο νόμος εισάγει μια απόλυτη απαγόρευση που θα καταλαμβάνει και τα νέα τυχερά παίγνια που θα αδειοδοτηθούν πριν την έκδοση του Κώδικα, ενώ δεν απαγορεύει τη διαφήμηση όσων έχουν ήδη αδειοδοτηθεί. Σε αυτό το σημείο η Έκθεση διατυπώνει ένα ερώτημα συμβατότητας αυτού του αποκλεισμού προς το συνταγματικό δικαίωμα της οικονομικής ελευθερίας. Συνεπώς, κατά σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι δεν απαγορεύεται η διαφήμηση των νέων τυχερών παιγνίων που θα αδειοδοτηθούν μετά την θέσπιση του Ν.4002/2011 και πριν την έκδοση του Κώδικα.

Ο νόμος επιβάλλει υποχρεωτική σήμανση, με επιγραφές στα καταστήματα, αλλά και στις οθόνες των μηχανημάτων, προβλέποντας και ποινικές κυρώσεις για τους παραβάτες (άρθρο 36). Επίσης ο αδειούχος πρέπει να διαθέτει στο κοινό και "έντυπο προγράμματος", σε αναλογική ή ψηφιακή μορφή (άρθρο 37). Τα καταστήματα με παίγνια πρέπει να έχουν πιστοποίηση από την ΕΕΕΠ και απαγορεύεται να έχουν μη πιστοποιημένα παίγνια και παιγνιομηχανήματα, ενώ απαγορεύεται και η εγκατάσταση σε αυτά ΑΤΜ (άρθρο 42).

Η πιστοποίηση των ίδιων των παιγνίων και παιγνιομηχανημάτων γίνεται από την ΕΕΕΠ, αλλά οι ειδικότεροι όροι για το φάκελο αίτησης που πρέπει να υποβληθεί ορίζεται με τον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων. Γενικώς οι περισσότερες ουσιαστιές διατάξεις του νόμου εξαρτώνται από την θέσπιση αυτού του Κανονισμού.

Ειδικά για τα διαδικτυακά τυχερά παίγνια, ο νόμος αναφέρει ότι η διεξαγωγή τους "ανήκει στην αποκλειστική δικαιοσία του Δημοσίου που την ασκεί μέσω ειδικά αδειοδοτημένων παρόχων". Εισάγεται δηλαδή η έννοια του "παρόχου διαδικτυακού τυχερού παιγνίου", ιδιότητα που αναγνωρίζεται με άδεια της ΕΕΕΠ, η οποία καθορίζει τα τεχνικά χαρακτηριστικά των servers και του λογισμικού. Ο Υπουργός Οικονομικών προκηρύσσει άδειες των τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου, ύστερα από διεθνή πλειοδοτικό διαγωνισμό. Οι άδειες αυτές θα έχουν 5ετή διάρκεια από την κατακύρωση. Κάθε ανάδοχος μπορεί να πάρει μία άδεια. Η συμμετοχή στον διαγωνισμό αυτό επιτρέπεται σε κεφαλαιουχικές εταιρίες, με καταβεβλημένο κεφάλαιο τουλάχιστον 200.000 ευρώ και για την συμμετοχή στον διαγωνισμό πρέπει να κατατεθεί εγγυητική επιστολή 100.000 ευρώ από πιστωτικό ίδρυμα. Ο νόμος αναφέρει μάλιστα ότι "οι ιστότοποι στους οποίους διενεργούνται τυχερά παιχνίδια μέσω διαδικτύου έχουν υποχρεωτικά ονομασία με κατάληξη .gr". Εδώ προκύπτουν σοβαρές ενστάσεις, διότι έρχεται το κράτος να ορίσει έναν σοβαρό περιορισμό στη χρήση του Διαδικτύου, χωρίς όμως επαρκή και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση. Το κράτος δεν κατά τη γνώμη μου την αρμοδιότητα να περιορίσει με τόσο αυστηρό τρόπο τα δικαιώματα των πολιτών του για διεθνή οικονομική δραστηριότητα μέσω του Διαδικτύου. Τέτοιοι περιορισμοί νομίζω ότι είναι αντίθετοι στο Σύνταγμα και κυρίως στην Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ως προς την παροχή υπηρεσιών στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

Αντισυνταγματική είναι η διάταξη κατά την οποία "το πρόσωπο που ασκεί την εκμετάλλευση ιστοτόπων τυχερών παιγνίων υποχρεωτικά ασκεί και την λειτουργία των ιστοτόπων αυτών" (άρθρο 48 παρ. 2). Δηλαδή είναι παράλογο να απαιτείται από τον δικαιούχο της άδειας να μην μπορεί να αναθέσει την λειτουργία της ιστοσελίδας του σε εξειδικευμένη εταιρία διαχείρισης διαδικτυακών μέσων. Το ίδιο και η διάταξη που αναφέρει ότι "απαγορεύεται η δημιουργία και λειτουργία ιστοτόπων από μη κατόχους άδειας". Δηλαδή οφείλει ο κάτοχος της άδειας να είναι ταυτόχρονα και web designer - web developer. Πρόκειται περί παράνοιας (άρθρο 48 παρ. 3). Περαιτέρω, οι αδειούχοι δεν επιτρέπεται να παρέχουν την δυνατότητα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να παίξουν. Ορθή είναι η διάταξη κατά την οποία ο παίκτης πρέπει να συνομολογήσει σύμβαση προσχώρησης στο παίγνιο, δηλαδή να αποδεχθεί τους "όρους χρήσης", οι οποίοι πρέπει πλέον υποχρεωτικά να είναι αναρτημένοι στους σχετικούς ιστοτόπους (άρθρο 48 παρ. 6).

Τα διοικητικά πρόστιμα που προβλέπει ο νόμος ανέρχονται σε ποσά από 1.000 έως 2.000.000 ευρώ (άρθρο 51 παρ. 1 εδ. α'). Ως κύρωση προβλέπεται και η προσωρινή (έως 3 μήνες) ή μόνιμη ανάκληση άδειας. Οι διοικητικές κυρώσεις προσβάλλονται στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Στις διοικητικές κυρώσεις υπάρχει και μία διάταξη, η οποία θίγει σοβαρά την ουδετερότητα του Διαδικτύου: "Απαγορεύεται στους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου (ISPs) με καταστατική έδρα ή έδρα πραγματικής διοίκησης ή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ν. 2238/1994, να επιτρέπουν την πρόσβαση σε παράνομους παρόχους τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου, όπως αναφέρονται στον οκείο κατάλογο (black list) που τηρεί η Ε.Ε.Ε.Π.. Στον πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου που παραβαίνει την υποχρέωση αυτή επιβάλλεται πρόστιμο που ορίζεται με τον Κανονισμό Διεξαγωγής και Ελέγχου Παιγνίων." (άρθρο 51 παρ. 5). Τέτοιου είδους νομοθετικές παρεμβάσεις στην λειτουργία των ISPs είναι πρωτοφανείς ενόψει του διεθνούς αλλά και του ευρωπαϊκού δικαίου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Ο παραλογισμός συνεχίζεται και στην πρόβλεψη ποινικών κυρώσεων για τους ISPs: "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, απαγορεύεται στους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου (ISPs) με καταστατική έδρα ή έδρα πραγματικής διοίκησης ή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ν. 2238/1994, να επιτρέπουν την πρόσβαση σε παρόχους τυχερών παιγνίων μέσω του διαδικτύου, οι οποίοι δεν έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Αν παραβιάζεται η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου τα πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 11 τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και με χρηματική ποινή από εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ ανά παράβαση." (άρθρο 52 παρ. 10).

Για τη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων από τα τηλεοπτικά μέσα (όχι όμως και από τα ραδιοφωνικά!) απαιτείται άδεια της ΕΕΕΠ ύστερα από σύμφωνη γνώμη του ΕΣΡ (άρθρο 53).

Στις μεταβατικές διατάξεις ορίζεται ότι μέσα σε έξι μήνες από το διορισμό των μελών της Ε.Ε.Ε.Π., τα τεχνικά – ψυχαγωγικά παίγνια που ήδη διεξάγονται με παιγνιομηχανήματα χωρίς να έχουν άδεια από την ελληνική πολιτεία και κατά παράβαση της εθνικής νομοθεσίας, λαμβάνουν όλες τις απαιτούμενες πιστοποιήσεις και άδειες από το νόμο αυτόν. Άλλως, εφαρμό-
ζονται οι κυρώσεις των άρθρων 51 και 52.

Πρόκειται για έναν νόμο, ο οποίος έχει σοβαρά προβλήματα και εκτιμώ ότι θα οδηγήσει εκ νέου τη χώρα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ίσως και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.







Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 28, 2011

Το ιταλικό νομοσχέδιο περί blogs

Διαβάζω ότι το ιταλικό νομοσχέδιο περί ιστολογίων εισάγει ένα στάδιο συνεννόησης αυτού που αισθάνεται θιγόμενος με το ίδιο το μέσο. Όποιος θεωρεί ότι έχει αναρτηθεί ένα συκοφαντικό κείμενο, αποστέλλει στον blogger ένα e-mail ζητώντας αποκατάσταση ή μια ανάρτηση απαντητικής επιστολής. Εφόσον ο blogger δεν ικανοποιήσει ένα βάσιμο τέτοιο αίτημα εντός 48 ωρών, τότε και μόνο τότε ιδρύεται η δική του νομική ευθύνη.

Αυτό το σκεπτικό βρίσκεται σε συμβατότητα με το ευρωπαϊκό δίκαιο και κυρίως την πρόσφατη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την απόφαση Editorial Board Pravoye Dehlo και Shtekel κατά Ουκρανίας, όταν το δημοσίευμα καλεί κάθε ενδιαφερόμενο για συμπλήρωση, ο συντάκτης έχει επιδείξει καλόπιστη συμπεριφορά. Επίσης στην υπόθεση Aquilina κ.α. κατά Μάλτας, επίσης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, όταν ο συντάκτης έχει αποκαταστήσει το σφάλμα, είναι περιττή κάθε άλλη νομική διεκδίκηση εναντίον του.

Το ιταλικό νομοσχέδιο εισάγει λοιπόν ένα υποχρεωτικό εξωδικαστικό στάδιο για την επίλυση μιας τέτοιας διαδικτυακής διαφοράς. Είναι αυτό που θα έπρεπε να ισχύει για κάθε διαδικτυακό μέσο: πριν ο τυχόν θιγόμενος πάει στα δικαστήρια, θα πρέπει να επιδιώξει την εξωδικαστική επίλυση. Η φύση του Διαδικτύου είναι τέτοια που επιτρέπει τις επανορθώσεις, κατά τρόπο πολύ πιο ευχερή σε σχέση με τα στατικά παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Επομένως, η ίδια η φύση του μέσου επιβάλλει ένα τέτοιο εξωδικαστικό στάδιο προσπάθειας φιλικού διακανονισμού. Με αυτή την εξέλιξη, αναγνωρίζεται δηλαδή η αξία της αυτορρύθμισης του μέσου.

Σε αυτή τη γραμμή έχουν κινηθεί και οι παρατηρήσεις της Ελληνικής Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, όσον αφορά την δική μας νομοπαρασκευαστική επιτροπή για τα ιστολόγια: όχι ταυτοποιήσεις και άρσης απορρήτου, αλλά ενίσχυση των όρων χρήσης των ιστοσελίδων (βλ. εδώ).

Ωστόσο, είναι αντιληπτό ότι και αυτό το νόμοσχέδιο δεν μπορεί παρά να φτάνει μέχρι την άρση του απορρήτου, με αμφίβολη πάλι αποτελεσματικότητα. Εάν υποθέσουμε ότι ο ιστολόγος δεν ανταποκρίνεται στην υποχρέωσή του για αποκατάσταση εντός 48ωρου, τότε θα πρέπει να εντοπιστεί, για να του επιβληθούν οι νόμιμες συνέπειες. Άρα, εάν είναι ανώνυμος, φτάνουμε και πάλι στην άρση του απορρήτου, με τα γνωστά προβλήματα και αδιέξοδα της αμερικάνικης νομοθεσίας.

Σε κάθε περίπτωση, οι νομοθέτες πλέον θα πρέπει να λάβουν υπόψη και τις νέες συστάσεις που εξέδωσε την προηγούμενη εβδομάδα το Συμβούλιο της Ευρώπης, όσον αφορά την εφαρμογή των ανθρώπινων δικαιωμάτων στο Διαδίκτυο (βλ. εδώ).




Κυριακή, Σεπτεμβρίου 25, 2011

Διακήρυξη για τις 10 Αρχές Διακυβέρνησης του Διαδικτύου

Διακήρυξη της Επιτροπής Υπουργών για τις Αρχές Διακυβέρνησης του Διαδικτύου

(Θεσπίστημε από την επιτροπή Υπουργών την 21η Σεπτεμβρίου 2011, κατά την 1121η συνάντηση των αναπληρωτών Υπουργών).

1.Το Διαδίκτυο είναι ένας συναθροιστής ενός μεγάλου φάσματος ιδεών, τεχνολογιών, πόρων και πολιτικών που αναπτύχθηκαν σε πλαίσιο ελευθερίας και με συλλογικές προσδοκίες για το κοινό συμφέρον. Τα κράτη, ο ιδιωτικός τομέας, η κοινωνία των πολιτών και τα άτομα έχουν συμβάλλει όλοι στη διαμόρφωση του δυναμικού, ανοικτού και επιτυχούς Διδικτύου που γνωρίζουμε σήμερα. Το Διαδίκυο παρέχει ένα χώρο ελευθερίας, διευκολύνοντας την ενάσκηση και απόλαυση θεμελιωδών δικαιωμάτων, τις συμμετοχικές και δημοκρατικές διαδικασίες, και τις κοινωνικές κι εμπορικές δραστηριότητες.

2. Τα ανωτέρω έχουν εμπνεύσει ένα κοινό όραμα για την διακυβέρνηση του Διαδικτύου, το οποίο έχει καταγραφεί στην Διακήρυξη των Αρχών που αναγνωρίστηκαν στη Γενεύη, στην Παγκόσμια Διάσκεψη για την Κοινωνία της Πληροφορίας το 2003. Η Ατζέντα της Τύνιδας, που θεσπίστηκε στην δεύτερη φάση της Παγκόσμιας Διάσκεψης για την Κοινωνία της Πληροφορίας τον Νοέμβριο του 2005, όριζε την διακυβέρνηση του Διαδικτύου ως την ανάπτυξη και εφαρμογή κοινών αρχών, κανόνων, νόμων, διαδικασιών λήψης αποφάσεων και προτγραμμάτων που διαμορφώνουν την ανάπτυξη και χρήση του Διαδικτύου, από κυβερνήσεις, τον ιδιωτικό τομέα και την κοινωνία των πολιτών, κατά το σεβαστό ρόλο καθενός.

3. Οι συζητήσεις για την διακυβέρνηση του Διαδικτύου λαβάνουν χώρα σε διάφορα εθνικά και διεθνή fora αποτελούν απτό αποτέλεσμα αυτού του οράματος. Έχουν προωθήσει το διάλογο μεταξύ κρατών, ιδιωτικού τομέα και κοινωνίας πολιτών και έχουν συμβάλει στη διαμόρφωση κοινών απόψεων για τις πολιτικές περί Διαδικτύου και, ευρύτερα, για την διακυβέρνηση του Διδικτύου. Αναζητώντας την διατήρηση και εναρμόνιση αυτής της προσέγγισης, οι κοινότητες του Διαδικτύου, οι διεθνείς οργανισμοί κι άλλοι παράγοντες που έχουν εμπλακεί σε προσπάθειες διατύπωσης των κεντρικών αξιών του Διαδικτύου έχουν αναπτύξει κατευθυντήριες γραμμές για διάφορες πτυχές της διακυβέρνησης του Διαδικτύου.

4. Το Σύμβούλιο της Ευρώπης έχει συμμετάσχει σε αυτές τις διαδικασίες και τα 47 κράτη μέλη του έχουν υποστηρίξει σε έναν αριθμό νομοθετικών κειμένων που ορίζουν πρότυπα, μέτρα τα οποία αποσκοπούν στη διασφάλιση ενός maximum δικαιωμάτων για το Διαδίκτυο, με ένα ελάχιστο περιορισμών, ενώ προσφέρουν το επίπεδο ασφάλειας που αναμένουν οι άνθρωποι. Αυτό απορρέει από την υπουχρέωση των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης να αναλαμβάνουν την διασφάλιση σε καθέναν εντός της δικαιοδοσίας του δικαιωμάτων και ελευθεριών που προστατεύονται από την Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (αρ. Συμβ. 5).

5. Προκειμένου να διασφαλιστεί μια βιώδιμη, ανθρωποκεντρική και δικαιωματική προσέγγιση περί Διαδικτύου, είναι απαραίτητο να επιβεβαιωθούν οι αρχές της διακυβέρνησης του Διαδικτύου που αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, την δημοκρατία και το κράτος δικαίου, καθώς επίσης και τα βασικά δόγματα των κοινοτήτων στο Διαδίκτυο όπως έχουν αναπτυχθεί κατά την παραπάνω διαδικασία.

6. Συμβάλλοντας σε αυτή την εξελισσόμενη, ανοικτή, συνεργατική και μη αποκλειστική διαδικασία, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης:

- Επιβεβαιώνει τις αρχές που εκτίθενται παρακάτω, που βασίζονται σε αρχές διακυβέρνησης του Διαδικτύου που έχουν αναπτυχθεί προοδευτικά από παράγοντες και κοινότητες του Διδικτύου.

- Διακηρύσσει τη δέσμευσή του σε αυτές τις αρχές και υπογρμμίζει ότι θα πρέπει να τηρούνται από όλα τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της δημιουργίας εθνικών και διεθνών πολιτικών για το Διαδίκτυο.

- Ενθαρρύνει κι άλλους παράγοντες να πάρουν μέρος στην ενάσκηση των δικών τους αρμοδιοτήτων.

Αρχές Διακυβέρνησης Διαδικτύου

1. Ανθρώπινα δικαιώματα, δημοκρατία και κράτος δικαίου


Οι πράξεις διακυβέρνησης του Διαδικτύου θα πρέπει να διασφαλίζουν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και να επιβεβαιώνουν την οικουμενικότητα, ακεραιότητα, αλληλεπίδραση κι αλληλεξάρτηση σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πρέπει επίσης να διασφαλίζουν τον πλήρη σεβασμό για την δημοκρατία και το κράτος δικαίου και θα πρέπει να προωθούν την βιώσιμη ανάπτυξη. Όλοι οι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς θα πρέπει να αναγνωρίζουν και να τηρούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες στις λειτουργίες κι ενέργειές τους, όπως επίσης και κατά τον σχεδιασμό νέων τεχνολογιών, υπηρεσιών κι εφαρμογών. Θα πρέπει να είναι εν γνώση των εξελίξεων που οδηγούν στην ενίσχυση ή υποβάθμιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών και να συμμετέχουν πλήρως στις προσπάθειες για την αναγνώριση νέων δικαιωμάτων που δημιουργούνται.

2. Πολυπαραγοντική διακυβέρνηση

Η ανάπτυξη κι εφαρμογή πράξεων διακυβέρνησης Διαδικτύου θα πρέπει να διασφαλίζει με έναν ανοικτό, διαφανή και υποκείμενο σε λογοδοσία τρόπο, την πλήρη συμμετοχή των κυβερνήσεων, του ιδιωτικού τομέα, της κοινωνίας των πολιτών, της τεχνικής κοινότητας και των χρηστών, λαμβάνοντας υπόψη τους ιδιαίτερους ρόλους κι ευθύνες τους. Η ανάπτυξη διεθνών δημόσιων πολιτικών περί διαδικτύου και οι πράξεις διακυβέρνησης Διαδικτύου θα πρέπει να επιτρέπουν την πλήρη και ίση συμμετοχή όλων των παραγόντων από όλες τις χώρες.


3. Ευθύνη των κρατών

Τα κράτη έχουν δικαιώματα κι ευθύνες όσον αφορά τις διεθνείς δημόσιες πολιτικές για το Διδίκτυο. Κατά την ενάσκηση των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων, τα κράτη πρέπει, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, να απέχουν από ΄άθε ενέργεια που θα μπορούσε να προσβάλλει άμεσα ή έμμεσα πρόσωπα ή οντοτητες πέρα από την εδαφική τους δικαιοδοσία. Περαιτέρω, κάε εθνική απόφαση ή πράξη που αφορά περιορισμό θεμελιωών δικαιωμάτων θα πρέπει να τηρεί τις διεθνείς υποχεώσεις και ιδίως να βασίζεται στο νόμο, να είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία και να σέβεται πλήρως την αρχή της αναλογικότητας και το δικαίωμα προσφυγής σε ανεξάρτητο δικαστήριο, σύμφωνα με τις κατάλληλες νομικές και διαδικαστικές εγγυήσεις.

4. Ενίσχυση των χρηστών του Διαδικτύου

Οι χρήστες θα πρέπει να μπορούν να ασκήσουν πλήρως τα θεμελιώδη δικαιώματ και τις ελεθερίες τους, να αποφασίζουν με πλήρη επίγνωση και να συμμετέχουν σε πράξεις διακυβέρνησης του Διαδικτύου, ιδίως σε κυβερνητικούς μηχανισμούς και κατά την χάραξη δημόσιας πολιτικής για το Διαδίκτυο, με πλήρη εμπιστοσύνη κι ελευθερία.

5. Οικουμενικότητα του Διαδικτύου

Οι πολιτικές που αφορούν το Διαδίκτυο θα πρέπει να αναγνωρίζουν την παγκόσμια φύση του Διδικτύου και τον σκοπό της οικουμενικής πρόσβασης. Δεν θα πρέπει να επιδρούν αρνητικά στην ελεύθερη διασυνοριακή διαδικτυακή κίνηση.

6. Ακεραιότητα του Διαδικτύου

Η ασφάλεια, σταθερότητα, αντοχή και ανθεκτικότητα του Διαδικτύου καθώς και η ικανότητά του να αναπτύσσεται θα είναι οι αντικειμενικοί στόχοι της διακυβέρνησης του Διδικτύου. Προκειμένου να προστατευθεί η ακεραιότητα και η διαρκής λειτουργία των διαδικτυακών υποδομών, καθώς επίσης και η εμπιστοσύνη των χρηστών για το Διαδίκτου, είναι απαραίητο να προωθηθεί η εθνική και διεθνής πολυπαραγοντική συνεργασία.

7. Αποκεντρωμένη διοίκηση

Η αποκεντρωμένη φύση της ευθύνης για την καθημερινή διαχείριση του Διαδικτύου θα πρέπει να διατηρηθεί. Τα αρμόδια όρανα για τις τεχνικές και διαχειριστικές πτυχές του Διαδικτύου, καθώς επίσης και ο ιδιωτικός τομέας, θα πρέπει να διατηρήσουν τον καθοριστικό ρόλο τους σε τεχνικά και λειτουργικά ζητήματα, ενω διασφαλίζουν την διαφάνεια και είναι υπόλογοι στην διεθνή κοινότητα για πράξεις που έχουν επιπτώσεις στην δημόσια πολιτική.

8. Αρχιτεκτονικές αρχές

Τα ανοικτά πρότυπα και η διαλειτουργικότητα του Διαδικτύου καθώς επίσης και η φύση του ως end-to-end θα πρέπει να διατηρηθούν. Αυτές οι αρχές θα καθοδηγούν όλους τους παράγοντες στις αποφάσεις τους που αφορούν την διακυέρνηση του Διαδικτύου. Δεν θα πρέπε να υπάρχουν υπερβολιά εμπόδια για την είσοδο νέων χρηστών ή για νόμιμες χρήσεις του Διαδικτύου ή μη αναγκαία εμπόδια που μπορεί να επηρεάσουν τις δυνατότητες καινοτομίας όσον αφορά τις τεχνολογίες και τις υπηρεσίες.

9. Ανοικτό δίκτυο

Οι χρήστες πρέπει να έχουν την μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση στο περιεχόμενο που βρίσκεται στο Διαδίκτυο, τις εφαρμογές και τις υπηρεσίες της επιλογής τους, ανεξάρτητα από το αν αυτές παρέχονται δωρεάν ή όχι, χρησιμοποιώντας κατάλληλες συσκευές επιλογής τους. Μέτρα διαχείρισης της κίνησης που έχουν επίπτωση στην απόλαυση θεμελιωδών δικαιωμάτων κι ελευθεριών, ιδίως το δικαίωμα στην ελεθερία της έκφρασης και μετάδοσης και λήψης πληροφοριών χωρίς σύνορα, όπως και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής, θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του διεθνούς δικαίου για τη προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της πρόσβασης στην πληροφορία καθώς και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής.

10. Πολιτισμική και γλωσσική ποικιλότητα

Η διατήρηση της πολιτισμικής και γλωσσικής ποικιλότητας και η προώθηση της ανάπτυξης τοπικού ενδιαφέροντος περιεχομένου, ανεξάρτητα από την γλώσσα ή το αλφάβητο, θα πρέπει να είναι κεντρικοί στόχοι των πολιτικών που αφορούν το Διαδίκτυο και την διεθνή σνεργασία, καθώς επίσης και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιώ.


Πηγή: εδώ.

Σύσταση στα κράτη μέλη του Συμβουλιου της Ευρώπης για το Διαδίκτυο

Σύσταση CM/Rec (2011) 8 της Επιτροπής Υπουργών προς τα κράτη μέλη για την προστασία και την προώθηση της οικουμενικότητας, ακεραιότητας και ανοικτότητας του Διαδικτύου


(Θεσπίστηκε από την Επιτροπή των Υπουργών την 21η Σεπτεμβρίου 2011, κατά τη 1121η διάσκεψη των αναπληρωτών των Υπουργών)

1. Τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης, τα οποία έχουν κυρώσει την Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Αρ. Σύμβασης 5, εφεξής "η Σύμβαση") έχουν αναλάβει την υποχρέωση στο Άρθρο 1 αυτής να διασφαλίζουν σε καθέναν/καθεμιά εντός της δικαιοδοσίας τους τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση. Έχουν συγκεκριμένες αποστολές κι υποχρεώσεις κατά την διασφάλιση της προστασίας και της προώθησης αυτών των δικαιωμάτων κι ελευθεριών και λογοδοτούν για τις παραβιάσεις αυτών των δικαιωμάτων κι ελευθεριών ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

2. Το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, το οποίο περιλαμβάνει την ελευθερία στη γνώμη και στη λήψη και μετάδοση πληροφοριών και ιδεών χωρίς παρέμβαση, είναι θεμελιώδες για την συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική διαδικασία. Αυτό το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης εφαρμόζεται τόσο στις online όσο και στις offline δραστηριότητες, ανεξάρτητα από σύνορα. Στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης, η προστασία του διασφαλίζεται από το Άρθρο 10 της Σύβασης και βάσει της σχετικής νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

3. Το Διαδίκτυο επιτρέπει τους ανθρώπους να έχουν πρόσβαση στην πληροφορία και σε υπηρεσίες, να επικοινωνούν και να συνδέονται, καθώς και να μοιράζονται ιδέες και γνώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Περιέχει σημαντικά εργαλεία συμμετοχής και διαβούλευσης για πολιτικές και άλλες δραστηριότητες δημόσιου ενδιαφέροντος.

4. Η ελευθερία του ατόμου για πρόσβαση στην πληροφορία και για διαμόρφωση κι έκφραση γνώμης, καθώς και η δυνατότητα ομάδων να επικοινωνούν και να ανταλλάσσουν απόψεις στο Διαδίκτυο εξαρτάται από ενέργειες που σχετίζονται με τη διαδικτυακή υποδομή και τους καθοριστικού γι' αυτήν πόρους, καθώς και σε αποφάσεις για τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη τεχνολογίας πληροφοριών. Κυβερνητικές ενέργειες μπορεί επίσης να σχετίζονται με την άσκηση αυτών των ελευθεριών.

5. Ιδίως η πρόσβαση και χρήση του Διαδικτύου είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους επηρεασμού της σταθερής συνεχούς λειτουργίας του δικτύου, λόγω τεχνικών προβλημάτων, αλλά και λόγω ενεργειών επέμβασης στις υποδομές. Το ζήτημα της σταθερότητας και της ανθεκτικότητας τυ Διαδικτύου σχετίζεται με την διασυνοριακή διασύνδεση κι αλληλεπίδραση της υποδομής του καθώς και με την αποκεντρωμένη και διάσπαρτη φύση του. Πράξεις που τελούνται σε μία δικαιοσοδία μπορεί να επηρεάζουν την ικανότητα των χρηστών να έχουν πρόσβαση στις διαδικτυακές πληροφορίες σε μια άλλη δικαιοδοσία.

6. Επιπλέον, οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο της τεχνικής συνεργασίας και διαχείρισης των πηγών που είναι καθοριστικές για την λειτουργία του διαδικτύου, κυρίως ως προς τα Ονόματα Χώρου και τις Διευθύνσεις διαδικτυακού πρωτοκόλλου, μπορεί να έχουν άμεσες επιπτώσεις στην πρόσβαση του χρήστη στην πληροφορία και την προστασία των προσωπικών δεδομένων του. Aυτές οι πηγές έχουν κατανεμηθεί σε διαφορετικές δικαιοδοσίες και διοικούνται από διάφορες μη κυβερνητικές οντότητες με περιφερειακή ή παγκόσμια αρμοδιότητα.

7. Απέναντι σε αυτό το υπόβαθρο, η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης και της πρόσβασης στην πληροφορία στο Διδικτύο, καθώς και η προώθηση της αξίας μιας δημόσιας υπηρεσίας που αναγνωρίζεται για το Διαδικτύο, είναι στοιχεία ευρύτερης ανησυχία ως προς τη διασφάλιση της οικουμενικότητας, της ακεραιότητας και της ανοικτότητας του Διαδικτόυ.

8. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο το Διαδίκτυο για τις καθημερινές ασχολίες τους και για την ενάσκηση των δικαιωμάτων τους ως πολίτες. Έχουν μια εύλογη προσδοκία ότι οι διαδικτυακές υπηρεσίες θα είναι προσβάσιμες και οικονομικά προσιτές, ασφαλείς, αξιόπιστες και διαρκείς. Το Διαδίκτυο είναι επίσης ένας βασικός πόρος για πολλούς τομείς της οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης.

9. Αυτές οι προσδοκίες δημιουργούν κρατική ευθύνη για την αντιμετώπιση του Διαδικτύου ως ένα ζήτημα δημόσιου ενδιαφέροντος, κατά την χάραξη της σχετικής πολιτικής. Πράγματι, πολλές χώρες έχουν αναγνωρίσει την αξία του Διαδικτύου ως δημόσιας υπηρεσίας, είτε με τις εθνικές πολιτικές ή τη νομοθεσία, ή με τη μορφή πολιτικών διακηρύξεων σε διεθνή fora μεταξύ άλλων.

10. Τα κράτη έχουν το καθήκον να διασφαλίζουν την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών τους και καλούνται να ανταποκριθούν στις νόμιμες προσδοκίες τους όσον αφορά τον βασικό ρόλο του Διαδικτύου. Συνεπώς, είναι αποστολή των κρατών να διασφαλίσουν το δημόσιο συμφέρον κατά την χάραξη διεθνών δημόσιων πολιτικών που αφορούν το Διαδίκτυο.

11. Επιπλέον, τα κράτη έχουν αμοιβαίες προσδοκίες ότι θα καταβληθεί κάθε πρόσπάθεια για την προστασία και την προώθηση της αξίας δημόσιας υπηρεσίας που έχει το Διαδίκτυο. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαίο να αναγνωρίσουν τις κοινές και αμοιβαίες ευθύνες που έχουν και να λάβουν εύλογα μέτρα για την προστασία και προώθηση της οικουμενικότητας, ακεραιότητας και ανοικτότητας του Διαδικτύου, ως μέσου για την διασφάλιση της ελευθερίας της έκφρασης και της πρόσβασης στις πληροφορίες ανεξάρτητα από σύνορα.

12. Γι' αυτό, η Επιτροπή των Υπουργώ, απευθύνει στα κράτη μέλη τις ακόλουθες συστάσεις, σύμφωνα με τους όρους του Άρθρου 15.β του Καταστατικού του Συμβουλίου της Ευρώπης:

- να ακολουθούν τις αρχές που περιλαμβάνονται στην Διακήρυξη για τις αρχές διοίκησης του Διαδικτύου, της Επιτροπής των Υπουργών, τόσο κατά το πλαίσιο της ανάπτυξης εθνικών πολιτικών για το Διαδίκτυο, όσο και κατά τη συμμετοχή σε τέτοιες προσπάθειες σε διεθνές επίπεδο.

- να προστατεύουν και να προωθούν την οικουμενικότητα, την ακεραιότητα και την ανοικτότητα του Διαδικτύου, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές και σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που ορίζονται σε αυτή τη σύσταση και να διασφαλίζουν ότι αυτές ακολουθούνται στην πράξη και από τον νόμο.

- να διασφαλισουν την η ευρεία διάδοση αυτής της δέσμευσης σε όλες τις δημόσιες αρχές τους ιδιωτικούς φορείς, ιδίως εκείνους που ασχολούνται με τη διαχείρισι των πόρων που είναι αναγκαίοι για την λειτουργία του Διαδικτύου, καθώς στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών.

- να ενθαρρύνουν αυτούς τους παράγοντες στην υποστήριξη και προώθηση της εφαρμογής των αρχών που περιλαμβάνονται στην παρούσα σύσταση.

Δέσμευση για την προστασία και προώθηση της οικουμενικότητας, ακεραιότητας και ανοικτότητας του Διαδικτύου.

1. Γενικές αρχές

1.1. Απαγόρευση βλάβης

1.1.1. Τα κράτη έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν, σύμφωνα με τα πρότυπα που αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων και κατά τις αρχές του διεθνούς δικαίου, ότι οι πράξεις τους δεν θα έχουν δυσμενείς διασυνοριακές επιπτώσεις στην πρόσβαση και χρήση του Διαδικτύου.

1.1.2. Αυτό περιλαμβάνει ιδίως την ευθύνη να διασφαλίζουν ότι οι πράξεις τους εντός της δικαιοδοσίας τους δεν θα παρεμβαίνουν παράνομα στην πρόσβαση στο περιεχόμενο έξω από τα εδαφικά σύνορά τους ούτε θα επιδρούν αρνητικά στην διασυνοριακή ροή της διαδικτυακής κίνησης.

1.2. Συνεργασία

Τα κράτη θα συνεργάζονται με καλή πίστη μεταξύ τους και με τους σχετικούς παράγοντες σε όλα τα στάδια της ανάπτυξης κι εφαρμογής δημόσιων πολιτικών που αφορούν το Διαδίκτυο, ώστε να αποφευχθεί κάθε αρνητική διασυνοριακή επίπτωση στην πρόσβαση ή χρήση του Διαδικτύου.

1.3. Δέουσα επιμέλεια

Στο πλαίσιο της μη εμπλοκής σε καιημερινά τεχνικά και λειτουργικά ζητήματα, τα κράτη θα πρέπει με μεταξύ τους συνεργασία και με τους σχετικούς παράγοντες, να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να αποφύγουν, να διαχειριστούν και να ανταποκριθούν σε σοβαρές διασυνοριακές επεμβάσεις και παρεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου, ή, σε κάθεπερίπτωση, να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο και τις συνέπειες που μπορεί να επέλθουν από τέτοια περιστατικά.

2. Ακεραιότητα του Διαδικτύου

2.1. Ετοιμότητα

2.1.1. Τα κράτη πρέπει, από κοινού και με διαβούλευση με τους σχετικούς παράγοντες, να αναπτύξουν και να υλοποιήσουν σχέδια δράσης για την διαχείριση και ανταπόκριση σε παρεμβάσεις και επεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου.

2.1.2. Τα κράτη μέλη θα πρέπει ιδίως να συνεργαστούν για να υποστηρίξουν την ανάπτυξη και εφαρμογή κοινών προτύπω, κανόνων και πρακτικών που σκοπούν στην διατήρηση κι ενδυνάμωση της σταθερότητας, της αντοχής και της ανθεκτικότητας του Διαδικτύου.

2.1.3. Τα κράτη θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα περιβάλλον που διευκολύνει την διάδοση των πληροφοριών και το συντονισμό ανταποκρίσεων μεταξύ των παραγόντων, ιδίως μέσω της δημιουργίας συμπράξεων ιδιωτών με το δημόσιο, όσον αφορά τις δράσεις που υπόκεινται σε κίνδυνο για σοβαρές διασυνοριακές επεμβάσεις και παρεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου.

2.2. Ανταπόκριση

2.2.1. Κοινοποίηση

Τα κράτη πρέπει, χωρίς καθυστέρηση, να ενημερώνουν τα εν δυνάμει επηρεαζόμενα κράτη, για κάθε κίνδυνο σοβαρών διασυνοριακών παρεμβάσεων ή επεμβάσεων στην υποδομή του Διαδικτύου.


2.2.2. Ανταλλαγή πληροφοριών

Τα κράτη πρέπει εντός ευλόγου χρόνου να παρέχουν στα εν δυνάμει επηρεαζόμενα κράτη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες που είναι σχετικές με την ανταπόκριση σε διασυνοριακές παρεμβάσεις κι επεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου.

2.2.3. Διαβούλευση

Τα κράτη πρέπει να διαβουλεύονται μεταξύ τους χωρίς καθυστέρηση, προκειμένου να βρουν κοινά αποδεκτές λύσεις όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να θεσπιστού για να ανταποκριθούν σε σοβαρές διασυνοριακές παρεμβάσεις κι επεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου.

2.2.4. Αμοιβαία συνδρομή

Ανάλογα με τις δυνατότητές τους, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσφέρουν καλόπιστα συνδρομή σε άλλα κράτη που έχουν πληγεί, προκειμένου να ελεγχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις από σοβαρές διασυνοριακές παρεμβάσεις κι επεμβάσεις στην υποδομή του Διαδικτύου.

2.3. Εφαρμογή

Τα κράτη μέλη πρέπει, σε σνεργασία με σχετικούς παράγοντες, εντός των πλαισίων της μη ενασχόλησής τους με τα καθημερινά τεχνικάκ και λειτουργικά ζητήματα, να αναπτύσσουν εύλογα νομοθετικά, διοικητικά ή άλλα μέτρα κατάλληλα για την εφαρμογή των δεσμεύσεών τους για δέουσα επιμέλεια όσο αφορά την ακεραιότητα του Διαδικτύου.

2.4. Ευθύνη

Τα κράτη συμμετέχουν σε διάλογο και συνεργασία για την περαιτέρω ανάπτυξη διεθνών προτύπων σχετικώ με την ευθύνη και τον καταλογισμό της και για την επίλυση σχετικών διαφορών.

3. Αναγκαίοι πόροι για την λειτουργία του Διαδικτύου


Τα κράτη μέλη θα λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλιστεί ότι η ανάπτυξη κι εφαρμογή των προτύπων, πολιτικών, διαδικασιών ή πρακτικών όσον αφορά τη διαχείριση πόρων που είναι αναγκαίοι για την λειτουργία του Διαδικτύου ενσωματώνουν το σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών για τους χρήστες του Διαδικτύου σύμφωνα με τα πρότυπα που αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο ανθρώπινων δικαιωμάτων.



Πηγή: εδώ

Το Συμβούλιο της Ευρώπης για την ελευθερία του Διαδικτύου

Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης θέσπισε δύο συστάσεις και δύο διακηρύξεις που καλούν τα κράτη να επιβεβαιώσουν την επιγραμμική (on-line) ελευθερία του λόγου από επιθέσεις που περιλαμβάνουν και παρενοχλήσεις ή επεμβάσεις στο Διαδίκτυο. Σε μια "Σύσταση για την προστασία και την προώθησης της οικουμενικότητας, ακεραιότητας και ανοικτότητας του Διαδικτύο", η Επιτροπή έθεσε ένα πλαίσιο συνεργασίας των κρατών μελών, ενόψει της διατήρησης ενός πγκόσμιου, σταθερού και ανοικτού Διδικτύου, ως μέσου διασφάλισης της ελευθερίας της έκφρασης και της πρόσβασης στην πληροφορία.

Η Επιτροπή Υπουργών κάλεσε τα κράτη να αναπτύξουν πολιτικές σε συνεργσία και με άλλους παράγοντες, ώστε να αποτραπούν οι επιθέσεις στο Διαδίκτυο. Καθώς τα κράτη δεν εμπλέκονται σε καθημερινά επιχειρησιακά ζητήματα, θα πρέπει να αναπτύξουν σχέδια άμεσης δράσης, να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να συνδράμουν το ένα το άλλο για την αποτροπή και την διαχείριση σημαντικών διασυνοριακών συμβάντων που απειλούν το Διαδίκτυο. Θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι οι βασικοί διαδικτυακοί πόροι διοικούνται με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Με μια Διακήρυξη, η Επιτροπή Υπουργών θέσπισε τις "10 Αρχές Διοίκησης του Διαδικτύο" οι οποίες θα πρέπει να τηρούνται από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης όταν θεσπίζουν εθνικές και διεθνείς πολιτικές που αφορούν το Διαδίκτυο: προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Πολυπαραγοντική διακυβέρμηση. Ευθύνη των κρατών. Ενίσχυση των χρηστών του Διαδικτύου. Οικουμενικότητα. Ακεραιότητα. Αποκεντρωμένη διοίκηση. Ανοικτά πρότυπα, διαλειτουργικότητα και end-to-end φύση. Ανοικτή δικτύωση. Πολιτισμική και γλωσσική πολυμορφία.

Η Επιτροπή Υπουργών επίσης συνέστησε στα κράτη να θεσπίσουν μια νέα ευρεία έννοια των μέσων ενημέρωσης και αναγνώρισε ότι τα κοινωνικά δίκτυα, τα επιγραμμικά παιχνίδια ή οι ιστοσελίδες επιγραμμικής καταγγελίας εμπίπτουν στις ελευθερίες και υποχρεώσεις των μέσων ενημέρωσης που κατοχυρώνονται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Η Σύσταση περιλαμβάνει ένα σύνολο κριτηρίων που πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν διαμορφώνεται διαφοροποιημένη πολιτική σε διαφορετικούς παράγοντες, σύμφωνα με το ρόλο τους στην παραγωγή και διάδοση πληροφοριών ή περιεχομένου και κατά την λειτουργία των εφαρμογών που σχεδιάζονται για να διευκολύνουν τη μαζική επικοινωνία, συμπεριλαμβανομένων των πλατφορμών ή των εφαρμογών για διαδραστικές εμπειρίες που βασίζονται στο περιεχόμενο.

Όσον αφορά τις παρεμβάσεις, η κανονιστική ρύυμιση θα πρέπει να είναι το τελευταίο μέτρο. Θα πρέπει να προτιμάται η αυτορρύθμιση και η εκούσια εφαρμογή των δημοσιογραφικών προτύπων στα νέα μέσα ενημέρωσης. Θα πρέπει να δοθεί προσοχή σε περιπτώσεις υπερσυγκέντρωσης με΄σων ενημέρωσης, προκειμένου να διασφαλιστεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο πλουραλισμού, πολυμορφίας περιεχομένου κι επιλογών των καταναλωτών.

Σε μια "Διακήρυξη για την ελευθερία της έκφρασης και συνάθροισης και συνεταιρισμού όσον αφορά τα Ονόματα Χώρου και αλυσίδες ονομάτων", η Επιτροπη των Υπουργών εξέφρασε την ανησυχία της για μέτρα που προτείνονται σε ορισμένα κράτη, προκειμένου να απαγορευθεί η χρήση συγκεκριμένων λέξεων σε Ονόματα Χώρου και αλυσίδες ονομάτων. Η Επιτροπή δηλώνει ότι το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης εφαρμόζεται πλήρως στα Ονόματα Χώρου και στις αλυσίδες. Η ιδιαίτερη σημασία αυτής της δήλωσης σχετίζεται με την επέκταση των Ονομάτων Χώρου το 2012, προς την κατεύθυνση της συμπερίληψης γενικών όρων.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης θα παρουσιάσει αυτά τα κείμενα για συζήτηση με άλλους παράγοντες του Διαδικτύου κατά το επερχόμενο Internet Governance Forum (Ναϊρόμπι, 27-30 Σεπτεμβρίου).

Δελτίο τύπου Συμβουλίου της Ευρώπης εδώ.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 23, 2011

Η δίκη του tvxs: υπερασπίζοντας το συμμετοχικό διαδίκτυο

Εκδικάστηκε χθες το πρωί, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η αγωγή που κατέθεσαν τρεις καθηγητές του Πανεπιστημίου Κρήτης εναντίον του tvxs.gr και των συντελεστών του, με αίτημα τη διαγραφή τριών δημοσιογραφικών άρθρων και τον σχολίων οπου αναρτήθηκαν κάτω από αυτά, καθώς και την καταβολή αποζημίωσης 270.000 ευρώ.

Τα άρθρα αφορούσαν την «υπόθεση Αλεξανδρόπουλου» και τις κατηγορίες για ευνοιοκρατία στα μεταπτυχιακά, ενώ τα σχόλια καταφέρονταν εναντίον των συγκεκριμένων καθηγητών. Το δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων (το 2009) είχε αποδεχθεί ότι τα τρία δημοσιογραφικά άρθρα του tvxs δεν προσέβαλαν την προσωπικότητα των καθηγητών, αλλά έκρινε ότι υπήρχε ευθύνη του tvxs.gr για τα σχόλια που ανάρτησαν οι επισκέπτες του διαδικτυακού χώρου. Το δικαστήριο εκείνο δεν είχε εφαρμόσει την Οδηγία 2000/31/ΕΚ, η οποία μεταφέρθηκε με τυπογραφικό λάθος στο εθνικό δίκαιο (π.δ.131/2003), με αποτέλεσμα, για τη φιλοξενία περιεχομένου τρίτων να φαίνεται ότι δεν υπάρχει απαλλαγή από την γενική υποχρέωση ελέγχου. Η Οδηγία ξεκάθαρα απαλάσσει τα διαδικτυακά μέσα από τέτοια προληπτική υποχρέωση, γεγονός που επισημάνθηκε στο Δικαστήριο, με αίτημα την διορθωτική εφαρμογή του λάθους του προεδρικού διατάγματος.
Κατά την έναρξη της διαδικασίας, ο δικηγόρος των εναγόντων περιόρισε το αίτημα αποζημίωσης στις 90.000 ευρώ, γεγονός που ο δικηγόρος του tvxs.gr, Βασίλης Σωτηρόπουλος, επισήμανε στο δικαστήριο ως εν μέρει παραίτηση, η οποία πρέπει να οδηγήσει σε καταδίκη των εναγόντων στα δικαστικά έξοδα, ως ηττηθέντων διαδίκων.

Περαιτέρω, το tvxs υπέβαλε ένσταση περί μη εφαρμογής του νόμου περί Τύπου στο συμμετοχικό Διαδίκτυο και περί εφαρμογής του ειδικού θεσμικού πλαισίου για την κοινωνία της πληροφορίας (Οδηγία 2000/31/ΕΚ). Υποβλήθηκε επίσης ένσταση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, επειδή το θέμα αφορά τον τρόπο ενάσκησης καθηκόντων δημόσιων λειτουργών, καθώς κι αίτημα απόρριψης της αγωγής λόγω καταχρηστικής άσκησής της.

[Διαβάστε όλο το άρθρο εδώ].

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 21, 2011

Τα όρια της σάτιρας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Ο πίνακας που βλέπετε αριστερά είναι το έργο "Apokalypse" του αυστριακού ζωγράφου Otto Mühl. Παρουσιάζει γνωστά πρόσωπα της πολιτικής σκηνής της Αυστρίας αλλά και ορισμένους γνωστούς ιερείς σε ακραίες σεξουαλικές σκηνές (πάνω δεξιά εικονίζεται και η Μητέρα Τερέζα). Το έργο εκτέθηκε σε έκθεση στην Αυστρία στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν κάποιος επισκέπτης έριξε κόκκινη μπογιά στο σημείο που εικονιζόταν ένας βουλευτής και πρώην γ.γ. του Κόμματος Ελευθερίας.

Ο εν λόγω βουλευτής προσέφυγε δικαστικά εναντίον της Ένωσης Εικαστικών που εξέθετε τον εν λόγω πίνακα για προσβολή προσωπικότητας (δεν προσέφυγε κατά του ζωγράφου). Τα αυστριακά δικαστήρια τελικά απαγόρευσαν την περαιτέρω έκθεση του πίνακα και η Ένωση Εικαστικών προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Το ΕΔΔΑ εξέδωσε μια μνημειώδη απόφαση υπέρ της ελευθερίας της σάτιρας, η οποία μπορεί να περιέχει ακόμη και τέτοιου είδους απεικονίσεις για πολιτικά πρόσωπα ή θρησκευτικούς ηγέτες, χωρίς να θεωρείται ότι προσβάλλεται η προσωπικότητά τους. Υπήρξε βέβαια και μειοψηφία του Κύπριου δικαστή κ. Λουκαϊδη, ο οποίος έλεγε ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε "τέχνη" οτιδήποτε παράγει ένας εικαστικός. Παρακάτω ακολουθεί μετάφραση της απόφασης στα ελληνικά, χωρίς τις μειοψηφούσες απόψεις.


ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ


ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ



ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ VEREINIGUNG BILDENDER KÜNSTLER (ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΩΝ) ΚΑΤΑ ΑΥΣΤΡΙΑΣ



(Προσφυγή αρ. 68354/01)



ΑΠΟΦΑΣΗ



ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ



25 Ιανουαρίου 2007




ΤΕΛΙΚΟ



25/04/2007



Η απόφαση θα καταστεί τελική υπό τους όρους του Άρθρου Article 44 § 2 της Σύμβασης. Μπορεί να υποβληθεί σε επιμέλεια κειμένου.

Στην υπόθεση της Vereinigung Bildender Künstler κατά Αυστρίας,

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Τμήμα), συνεδριάζον σε Τμήμα που αποτελείται από τους:

κ. Χ.Λ. ΡΟΖΑΚΗ, Πρόεδρο,
κ. Λ. ΛΟΥΚΑΪΔΗ,
κα F. Tulkens,
κα E. Steiner,
κ. K. Hajiyev,
κ. D. Spielmann,
κ. S.E. Jebens, δικαστές,
και τον κ. S. Nielsen, Γραμματέα τμήματος,

Έχοντας διασκευθεί μυστικά στις 19 Οκτώβρη 2006,

Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία θεσπίστηκε την ίδια ημέρα:


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1. Η υπόθεση ξεκίνησε με μια προσφυγή (αρ. 68354/01) εναντίον της Δημοκρατίας της Αυστρίας, η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο κατά το Άρθρο 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (“η Σύμβαση”) από ένα σωματείο, την Vereinigung Bildender Künstler (“το προσφεύγων σωματείο”), στις 12 Μαρτίου 2001.

2. Το προσφεύγων σωματείο εκπροσωπήθηκε από την Schönherr OEG, μια δικηγορική εταιρία με έδρα τη Βιέννη. Η Αυστριακή Κυβέρνητη (“η Κυβέρνηση”) εκπροσωπήθηκε από τον υπάλληλό της, πρέσβη F. Trauttmansdorff, επικεφαλής του Τμήματος Διεθνούς Δικαίου του ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών.

3. Το προσφεύγον σωματείο ισχυρίζεται ότι οι αποφάσεις των Αυστριακών δικαστηρίων που του απαγόρευσαν να εξακολουθήσει να εκθέτει ένα έργο του Otto Mühl παραβίαζαν την ελευθερία της έκφρασης κατά το Άρθρο 10 της Συμβασης.

4. Η προσφυγή είχε κατατεθεί στον πρώτο Τομέα του Δικαστηρίου (Κανόνας 52 § 1 του Κανονισμού του Δικαστηρίου). Εντός του Τομέα, το Τμήμα που θα κρίνει την προσφυγή (Άρθρο 27 § 1 της Σύμβασης) συγκροτήθηκε σύμφωνα με τον Κανόνα 26 § 1.

5. Με την απόφαση της 30.6.2005 το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή.

6. Περαιτέρω παρατηρήσεις δεν υποβλήθηκαν ούτε από το προσφεύγον σωματείο, ούτε από την Κυβέρνηση (Κανόνας 59 § 1).

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ

I. ΟΙ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ

7. To Σωματείο Εικαστικών Καλλιτεχνών Βιέννης είναι μια ένωση καλλιτεχνών με έδρα στο κτίριο Secession στη Βιέννη. Η Secession, μια ανεξάρτητη γκαλερί είναι αφιερωμένη αποκλειστικά σε εκθέσεις σύγχρονης τέχνης. Ένας από τους κύριους σκοπούς του σωματείου είναι η παρουσίαση των πρόσφατων εξελίξεων στην Αυστριακή και διεθνή τέχνη και η καλλιέργεια της ανοικτότητας στον πειραματισμό.

8. Μεταξύ 3 Απριλίου και 21 Ιουνίου 1998 το προσφεύγων σωματείο φιλοξένησε μια έκθεση στις εγκαταστάσεις του. Η έκθεση είχε τίτλο “Ο αιώνας της καλλιτεχνικής ελευθερίας” (“Das Jahrhundert künstlerischer Freiheit”) και σκοπό τον εορτασμό των 100 ετών του σωματείου. Μεταξύ των έργων που θα εκτίθεντο ήταν κι ένας πίνακας με τίτλο “Αποκάλυψη”, η οποία είχε δημιουργηθεί για τη συγκεκριμένη εκδήλωση από τον Αυστριακό ζωγράφο Otto Mühl. Ο πίνακας, με διαστάσεις 450 Χ 360 εκατοστά, αποτελείτο από ένα κολάζ διαφόρων δημοσίων προσώπων, όπως η Μητέρα Τερέζα, ο Αυστριακός καρδινάλιος Hermann Groer και ο πρώην πρόεδρος του Αυστριακού Κόμματος Ελευθερίας (με αρχικά: “FPÖ”) κύριος Jörg Haider, σε σεξουαλικές στάσεις. Ενώ τα γυμνά σώματα των ατόμων ήταν ζωγραφισμένα, τα κεφάλια και τα πρόσωπά τους αποδίδονταν με μεγεθυμένες φωτογραφίες, παρμένες από εφημερίδες. Τα μάτια κάποιων από τα πρόσωπα που εικονίζονταν ήταν καλυμμένα με μαύρες κορδέλες. Ανάμεσα σε αυτά τα πρόσωπα ήταν και ο κ. Meischberger, ο πρώην γενικός γραμματέας του FPÖ έως το 1995, ο οποίος κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ήταν μέλος της Εθνικής Διάσκεψης (Nationalratsabgeordneter), θέση που είχε έως τον Απρίλιο του 1999. Ο κ. Meischberger εικονιζόταν να κρατάει το πέος του κ. Haider που εκσπερμάτιζε, ενώ ταυτόχρονα τον χάιδευαν δύο άλλοι πολιτικοί από το FPÖ και εκσπερμάτιζε πάνω στην Μητέρα Τερέζα.

9. Η έκθεση, για την είσοδο στην οποία υπήρχε εισιτήριο, ήταν ανοικτή στο κοινό.

10. Στις 11 Ιουνίου 1998, ενώ η έκθεση ήτανσε εξέλιξη, η Αυστριακή εφημερίδα Täglich Alles εξεμάνη με την απεικόνιση στον παραπάνω πίνακα “ομαδικών σεξουαλικών καταστάσεων με τον Επίσκοπο Groer και την Μητέρα Τερέζα”.

11. Στις 12 Ιουνίου 1998 ο πίνακας καταστράφηκε από έναν επισκέπτη, ο οποίος έριξε κόκκινη μπογιά στο σημείο που εικόνιζε, μεταξύ άλλων, τον κ. Meischberger. Μετά απ' αυτό το συμβάν, όλο το ζωγραφισμένο σώμα και μέρος του κεφαλιού του κ. Meischberger ήταν καλυμμένο με κόκκινη μπογιά.

12. Διάφορες Αυστριακές εφημερίδες αναφέρθηκαν στο συμβάν και αναπαρήγαγαν εικόνες από τον πίνακα.

13. Στις 22 Ιουνίου 1998, ο κ. Meischberger κινήθηκε νομικά σύμφωνα με το άρθρο 78 του Νόμου περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας (Urheberrechtsgesetz) εναντίον του προσφεύγοντος σωματείου, ζητώντας μια διαταγή για την απαγόρευση της παρουσίασης κι αναπαραγωγής του πίνακα. Περαιτέρω ζήτησε αποζημίωση [1.453 ευρώ]. Ισχυρίστηκε ότι ο πίνακας, εικονίζοντάς τον σε σεξουαλικές στάσεις με άλλα πρόσωπα, απαξίωνε αυτόν και τις πολιτικές του δραστηριότητες και μετέδιδε τον ισχυρισμό ότι δήθεν διήγαγε έναν έκλυτο σεξουαλικό βίο (lotterhaftes Intimleben). Οι μαύρες κορδέλες στα μάτια του δεν καθιστούσαν αδύνατη την αναγνώρισή του, επειδή εικονιζόταν μαζί με άλλους δύο πολιτικούς του FPÖ. Παρέμενε αναγνωρίσιμος, καθώς μετά το περιστατικό της 12.6.1998, είχε αυξηθεί η δημοσιότητα του συγκεκριμένου πίνακα. Περαιτέρω, υπήρχε κίνδυνος επανάληψης, καθώς μετά εκείνη την έκθεση, ο πίνακας θα παρουσιαζόταν και σε μια άλλη έκθεση στην Πράγα.

14. Στις 6 Αυγούστου 1999, το Εμποροδικείο της Βιέννης απέρριψε την αγωγή του κ. Meischberger. Σημείωσε ότι ενώ αρχικά επρόκειτο να συνεχιστεί η έκθεση στην Πράγα, το Βουκουρέστι και το Λουξεμβούργο, τελικά είχε αποφασιστεί ο τερματισμός της. Το δικαστήριο περαιτέρω έκρινε απορριπτέο ότι ο πίνακας προσέβαλε τον ενάγοντα ή διέστρεφε πληροφορίες για την ιδιωτική του ζωή, καθώς, ως ένα ζωγραφικό έργο, το οποίο έμοιαζε με μια ένα εικονίδιο από κόμικ (“comixartig”), προφανώς δεν απηχούσε την πραγματικότητα. Παρ' όλ' αυτά, ένας πίνακας που έδειχνε τον ενάγοντα σε μια τόσο ιδιωτική στάση θα μπορούσε, ανεξάρτητα από το αν απηχεί την πραγματικότητα, να έχει ένα προσβλητικό και απαξιωτικό αποτέλεσμα για την προσωπικότητά του. Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση, το δικαίωμα του προσφεύγοντος σωματείου στην ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης υπερείχε των προσωπικών συμφερόντων του κ. Meischberger. Κατά την στάθμιση των συμφερόνων του τελευταίου έναντι των συμφερόντων του προσφεύγοντος σωματείου, το δικατήριο έλαβε υπόψη ιδίως το γεγονός ότι η έκθεση ήταν αφιερωμένη στο καλλιτεχνικό όραμα του σωματείου κατά τα τελευταία εκατό χρόνια, τα οποία περιλάμβαναν και τα έργα του Αυστριακού ζωγράφου Otto Mühl. Περαιτέρω σημείωσε ότι το έργο εικόνιζε και πολλά άλλα πρόσωπα, ανάμεσα στα οποία και φίλους κι ευεργέτες του κόμματος FPÖ, οι οποίοι πάντοτε επέκριναν τα έργα του κ. Mühl.

15. Ο επίμαχος πίνακας συνεπώς μπορούσε να ειδωθεί ως ένα είδος αντεπίθεσης (Gegenschlag).Σε κάθε περίπτωση, η εικόνα του κ. Meischberger αποτελούσε ένα μάλλον μικρό μέρος του πίνακα και γι' αυτό δεν ήταν αρκετά χτυπητή. Το δικαστήριο περαιτέρω έκρινε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος επανάληψης (Wiederholungsgefahr), καθώς ο πίνακας είχε εν μέρει καλυφθεί με κόκκινη μπογιά κι ο κ. Meischberger εξ αιτίας αυτού δεν ήταν πλέον αναγνωρίσιμος.

16. Στις 24 Φεβρουαρίου 2000, το Εφετείο τη Βιένης (Oberlandesgericht), κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, έκανε δεκτή την έφεση του κ. Meischberger για νομικούς και πραγματικούς λόγους και εξέδωσε μια απαγόρευση εναντίον του προσφεύγοντος σωματείου απαγορεύοντάς του να εξακολουθήσει να εκθέτει τον πίνακα σε εκθέσεις, ενώ το υποχρέωσε να καταβάλει τα έξοδα πυο κατέβαλε ο κ. Mr Meischberger καθώς και αποζημίωση [1.453,46 ευρώ] πλέον τόκου 4% από τις 8.7.1998. Περαιτέρω, επέτρεψε στον κ. Meischberger να δημοσιεύσει αποσπάσματα από την απόφαση σε δύο Αυστριακές εφημερίδες. Το δικαστήρο σημειωσε ότι η εικόνα του Meischberger ήταν εν μέρει μόνο καλυμμένη από κόκκινη μπογιά, έτσι ώστε μέρος του προσώπου του, το σχήμα του κεφαλιού του και το στυλ της κόμμωσής του ήταν αναγνωρίσιμα. Τα όρια της καλλιτεχνικής έκφρασης ξεπερνιούνται όταν η εικόνα του ατόμου διαστρέφεται ουσιωδώς με εντελώς φανταστικά στοιχεία, χωρίς να είναι πρόδηλο ότι η εικόνα αποσκοπεί στη σάτιρα ή σε κάποιο άλλο είδος υπερβολής. Ο πίνακας στην προκειμένη περίπτωση δεν αποσκοπούσε σε κάποια παραβολή ή έστω σε κάποια υπερβολική επίκριση στο πλαίσιο ενός βασικού μηνύματος, όπως για παράδειγμα, η δήλωση ότι ο κ. Meischberger περιφρονούσε την σεξουαλική αξιοπρέπεια και τα ήθη. Γι' αυτό δεν ενέπιπε στο Άρθρο 10 της Συμβασης, αλλά στην πραγματικότητα αποτελούσε προσβολή της δημόσιας παρουσίας του κ. Meischberger (Entwürdigung öffentlichen Ansehens). Το προσφεύγων σωματείο δεν μπορούσε να δικαιολογήσει την παρουσίαση του πίνακα στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής ελευθερίας που προστατεύεται από το Άρθρο 17a του Θεμελιώδους Νόμου (Staatsgrundsgesetz).Περαιτέρω, τίποτε δεν θα απέτρεπε το προσφεύγον σωματείο από την εκ νέου έκθεση του έργου στο μέλλον και συνεπώς υπήρχε ο κίνδυνος της επανάληψης.

17. Στις 18 Ιουλίου 2000, το Ανώτατο Δικαστήριο (Oberster Gerichtshof) απέρριψε την προσφυγή του προσφεύγοντος σωματείο ως μη αφορούσα νομικό ζήτημα αξιόλογου ενδιαφέροντος. Σημείωσε ότι το Εφετείο δεν αμφισβητούσε ότι ο πίνακας ενέπιπτε στο πεδίο της προστασίας του Άρθρου 17a του Θεμελιώδους Νόμου, αλλά κατά τη στάθμιση της καλλιτεχνικής ελευθερίας που κατοχυρώνεται σε αυτή τη διάταξη έναντι των προσωπικών δικαιωμάτων του κ. Meischberger όπως προστατεύονται από το άρθρο 78 του Νόμου περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, είχε κρίνει ότι τα τελευταία υπερείχαν έναντι των πρώτων, λόγω του ότι η εικόνα του κ. Meischberger είχε χρησιμοποιηθεί με προσβλητικό και απαξιωτικό τρόπο. Όσο για το ζήτημα του εάν ο κ. Meischberger ήταν αναγνωρίσιμος παρότι ο πίνακας είχε καλυφθεί με κόκκινη μπογιά, το Εφετείο δεν είχε αμφισβητήσει τα έγγραφα που περιέχονταν στη δικογραφία και γι' αυτό δεν υπήρχε λόγος διόρθωσης. Το δικαστήριο επέβαλε στο προσφεύγον σωματείο να καταβάλει τα δικαστικά έξοδα.

18. Αυτή η απόφαση κοινοποιήθηκε στο προσφεύγον στις 13 Σεπτεμβρίου 2000.


II. ΣΧΕΤΙΚΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

19. Το Άρθρο 78 του Νόμου περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας, κατά το μέρος που είναι σχετικό εδώ, έχει ως εξής:


(1) Εικόνες προσώπων δεν θα εκτίθενται δημόσια ούτε θα καθίστανται με άλλον τρόπο προσιτές στο κοινό, όταν μπορεί να προκληθεί βλάβη σε έννομα συμφέροντα των εικονιζόμενων προσώπων ή, εφόσον αυτά έχουν πεθάνει, χωρίς την άδεια των στενών συγγενών τους. ”

20. Το Άρθρο 17a του Θεμελιώδους Νόμου εγγυάται την καλλιτεχνική ελευθερία (Staatsgrundgesetz), και προβλέπει τα εξής:

Η καλλιτεχνική δημιοργία και η δημοσίευση και διδασκαλία της τέχνης είναι ελεύθερες.”

ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

I. ΙΣΧΥΡΙΖΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 10 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

21. Το προσφεύγον σωματείο διαμαρτύρεται ότι τα Αυστριακά δικαστήρια απαγορεύοντάς του να εκθέσει περαιτέρω τον πίνακα παραβίασε το δικαίωμά του στην ελευθερία της έκφρασης κατά το Άρθρο 10 της Σύμβασης.


Το Άρθρο 10, στο μέτρο που είναι σχετικό, έχει ως εξής.

1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης, καθώς και της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδέων χωρίς παρέμβαση από δημόσια αρχή και ασχέτως συνόρων. [...].

2. Η ενάσκηση αυτών των ελευθεριών, καθώς συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες, μπορεί να υπόκειται σε διατυπώσεις, όρους και περιορισμούς ή κυρώσεις εφόσον αυτές περιγράφονται στον νόμο και είναι αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία για λόγους εθνικής ασφάλειας, εδαφικής ακεραιότητας ή δημόσιας ασφάλειας, για την αποτροπή εκτροπής ή του εγκλήματος, για την προστασία της υγείας και των ηθών, για την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων των άλλων, για την αποτροπή της κοινοποίησης πληροφοριών που συλλέχθησαν με εμπιστευτικότητα, ή για την προστασία του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.



A. Οι ισχυριμοί των διαδίκων

22. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση των Αυστριακών δικαστηρίων δεν συνιστά παρέμβαση στα δικαιώματα του προσφεύγοντος σωματείο κατά την έννοια του Άρθρου 10 της Σύμβασης. Ισχυρίζεαι ότι το Άρθρο 10 δεν προστατεύει από μόνο του την καλλιτεχνική ελευθερία αλλά μόνον εφόσον οι καλλιτέχνες αποσκοπούν να συμβάλουν μέσω του έργου τους σε μια δημόσια συζήτηση για πολιτικά ή πολιτισμικά θέματα. Η παρούσα αναπαραγωγή δημοσίων προσώπων σε “ομαδικές σεξουαλικές περιπτύξεις” δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί μια έκφραση γνώμης που συμβάει σε ένα πολιτισμικό ή πολιτικό διάλογο.


23. Εναλλακτικά,η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η επίμαχη παρέμβαση ήταν νόμιμη και ότι υπηρετούσε το νόμιμο στόχο της προστασίας της ηθικής και της υπόληψης και των δικαιωμάτν των άλλων. Όσον αφορά την αναλογικότητα της παρέμβασης, ισχυρίζονται ότι από τα εκαίνιά της, η έκθεση στην οποία παρουσιάστηκε ο πίνακας είχε βρεθεί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των μέσων ενημέρωσης, κυρίως λόγω του συγκεκριμένου πίνακα. Το ενδιαφέρον των μέσων ενημέρωσης είχε γίνει ακόμη πιο έντονο μετά την μερική καταστροφή του πίνακα έτσι ώστε το εν λόγω περιστατικό, το επίμαχο μέρος του πίνακα που έδειχνε τον κ. Meischberger είχε γίνει γνωστό όχι μόνο στους επισκέπτες αλλά και στο γενικό κοινό. Ο πίνακας είχε παρουσιαστεί σε όλες σχεδόν τις Αυστριακές εφημερίδες και στην τηλεόραση. Συνακόλουθα, τουλάχιστον από εκείνη την ημερομηνία, τα προσωπικά συμφέροντα του κ. Meischberger υπερείχαν έναντι των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος σωματείου. Ήταν επίσης άσχετο το γεγονός ότι ο κ. Meischberger ήταν ένα πρόσωπο για το οποίο ενδιαφέρεται το κοινό κατά το χ΄ρονο των γεγονότων, καθώς το θέμα του πίνακα δεν αφορούσε μια δημόσια συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος, ούτε σχετιζόταν με τον κ. Meischberger ως προς τη δημόσια ιδιότητά του. Ούτε θα μπορούσε να αναμένεται από τον κ. Meischberger να σχολιάσει δημόσια τον πίνακα, καθώς οι πράξεις που εικονίζονταν σε αυτόν σίγουρα θα έθιγε το αίσθημα σεξουαλικής αξιοπρέπειας των ατόμων με συνήθεις ευαισθησίες. Η Κυβέρνηση τέλος ανέφερε ότι κατά το χρόνο της παρέμβασης η εν λόγω έκθεση είχε ήδη κλείσει ότι κατά τη διάρκεια της έκθεσης ο πίνακας είχε παρουσιαστεί κανονικά. Ο προσφεύγων οργανισμός δεν σκόπευε να εκθέσει τον πίνακα στο εξωτερικό. Περαιτέρω, η απαγόρευση της έκθεσης του πίνακα στο εξής αφορούσε μόνο το προσφεύγον σωματείο ως εκθέτη και όχι τον ιδιοκτήτη του πίνακα, δηλαδή τον καλλιτέχνη και τον διαχειριστή του. Έχοντας υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία,η Κυβέρνηση θεώρησε ότι η εν λόγω παρέμβαση ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας κατά την έννοια του Άρθρου 10 παράγραφος 2 της Σύμβασης.

24. To προσφεύγον σωματείο ισχυρίστηκε ότι η δημόσια έκθεση του πίνακα συνέβαλε σε έναν διάλογο μεταξύ του καλλιτέχνη, του εκθέτη και του κοινού και γι' αυτό προστατευόταν από το Άρθρο 10 της Σύμβαση. Αποδέχθηκε ότι η επιβληθείσα παρέμβαση προβλεπόταν από το νόμο, αλλά επέμεινε ότι η παρέμβαση δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε αναλογική. Ισχυρίστηκε ότι οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης όσον αφορά την προστασία της ηθικής ήταν άσχετοι καθώς στην παρούσα υπόθεση τα εσωτερικά δικαστήρια είχαν θεμελιώσει την απόφασή τους μόνο στα υπερέχοντα προωπικά συμφέροντα του κ. Meischberger που προστατεύονταν από το άρθρο 78 του Νόμου περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας. Ο κ. Meischberger δεν μπορούσε όμως να επικαλείται άξια προστασίας ποσωπικά συμφέροντα, καθώς ο πίνακας προφανώς δεν δήλωνε ή υπονοούσε ότι ο τρόπος που εικονιζόταν αντιστοιχούσε σε πραγματικές συμπεριφορές του. Ο πίνακας παρουσίαζε την προσωπική ιστορία του καλλιτέχνη με έναν μεταφορικό τρόπο και απεικόνιζε, ανάμεσα σε άλλα γνωστά πρόσωπα, τον ίδιο τον ζωγράφο όπως και φίλους και ευεργέτες του. Όλα αυτά τα πρόσωπα εικονίζονταν ως εμπλεκόμενα σε σεξουαλικές πράξεις, απηχώντας την σύλληψη του καλλιτέχνη για την αλληλεπίδραση εξουσίας και σεξουαλικότητας. Ο κ. Meischberger ήταν ένα αό τα πρόσωπα που είχαν καθορίσει την ιστορία του κόμματος FPÖ τα τελευταία χρόνια και απεικονιζόταν μαζί με άλλα τρία μέλη του κόμματος σαν μια αλληγορία γι' αυτό το κόμμα, το οποίο πάντα είχε επικρίνει σοβαρά τα έργα του ζωγράφου. Περαιτέρω, ο κ. Meischberger και, οι πράξεις που θεωρούσε συκοφαντικές, δεν ήταν αναγνωρίσιμοι μετά την μερική καταστροφή του έργου. Κατά τη γνώμη του προσφεύγοντος σωματείου, το γεγονός ότι είχε κινηθεί νομικά μόνον μετά την μερική καταστροφή του έργου αποδείκνυε ότι σκοπός του ήταν όχι τόσο να προστατεύσει τα συμφέροντά του, αλλά να απαξιώσει το έργο του ζωγράφου.

25. Το προσφεύγον σωματείο, τέλος, επισήμανε ότι οι αποφάσεις των Αυστριακών δικαστηρίων ότι ο πίνακας προσέβαλε τα δικαιώματα του κ. Meischberger όπως αυτά προστατεύονται από το άρθρο 78 του Νόμου περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας και η απαγόρευση περαιτέρω έκθεσης του έργου δεν αφορούσαν μόνο το προσφεύγον σωματείο αλλά και τον ίδιο τον ζωγράφο και κάθε τρίτο πρόσωπο που θα επιθυμούσε να εκθέσει τον πίνακα και ισοδυναμούσαν με την διαγραφή του πίνακα από την συλλογική μνήμη. Ως παράδειγμα ανέφεραν την έκθεση του 2004 όσον αφορά το έργο του Mühl στο Μουσείο Εφηρμοσμένων Τεχνών της Βιέννης (Museum für Angewandte Kunst), όπου ο πίνακας δεν είχε εκτεθεί.

B. Η κρίση του Δικαστηρίου

26. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η ελευθερία της έκφρασης, όπως διασφαλίζεται από την παράγραφο 1 του Άρθρου 10, συνιστά ένα από τα θεμέλια κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και είναι όντως μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδό της και την αυτοπραγμάτωση του ατόμου. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, δεν εφαρμόζεται μόνο σε “πληροφορίες” ή “ιδέες” που γίνονται ευμενώς αποδεκτές ή θεωρούνται μη προσβλητικές ή ομοιόμορφες, αλλά επίσης και σε αυτές που προσβάλλουν, που σοκάρουν ή ενοχλούν το Κράτος ή ένα μέρος του πληθυσμού. Αυτά επιβάλλονται από τον πλουραλισμός, την ανεκτικότητα και την ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει “μια δημοκρατική κοινωνία”. Όσοι δημιουργούν, παρουσιάζουν, διανέμουν ή εκθέτουν έργα τέχνης συμβάλλουν στην αναταλλαγή ιδεών και απόψεων, γεγονός που είναι θεμελιώδες για μια δημοκρατική κοινωνία. Έτσι, το κράτος υποχρεούται να μην επεμβαίνει εσφαλμένα στην ελευθερία της έκφρασής τους. Οι καλλιτέχνες και όσοι προωθούν τα έργα τους δεν απολαμβάνουν βέβαια κάποιας ασυλίας από τους περιορισμούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του Άρθρου 10. Όποιος ασκεί την ελευθερία της έκφρασής του υπόκειται, σύμφωνα με την έκφραση αυτής της παραγράφου σε “καθήκοντα κι ευθύνες”. Η έκτασή τους θα εξαρτάται από την κατάστασή του και τα μέσα που χρησιμοποιεί (βλ. Müller και άλλοι κατά Ελβετίας, απόφαση της 24ης Μάη 1988, Συλλογή A αρ. 133, σελ. 22, §§ 33-34, με περαιτέρω παραπομπές).

27. Στην παρούσα υπόθεση, τα Αυστριακά δικαστήρια απαγόρευσαν στο προσφεύγον σωματείο να εκθέσει περαιτέρω τον πίνακα “Αποκάλυψη” του Mühl. Οι αποφάσεις αυτές παρενέβησαν στο δικαίωμα του προσφεύγοντος σωματείο για ελευθερία της έκφρασης (βλ., mutatis mutandis, Müller κ.α. , ό.π., σελ. 19, § 27).

28. Το Δικαστήριο κρίνει επιπλέον ότι η παρέβαση προβλεπόταν από το νόμο, χωρίς αυτό να έχει αμφισβητηεί, καθώς οι αποφάσεις των δικαστηρίων είχαν βασιστεί στο άρθρο 78 του Νόμου περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας.

29. Όσο για τον επιδιωκόμενο νόμιμο στόχο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το άρθρο 78 του Αυστριακού νόμου για την Πνευματική Ιδιοκτησία προβλέπει ένα ένδικο βοήθημα εναντίον της δημοσίευσης της εικόνας ενός προσώπου η οποία θα μπορούσε να προσβάλει τα νόμιμα συμφέροντα του εν λόγω προσώπου ή, εάν αυτό είχε πεθάνει, των στενών συγγενών του. Αναφερόμενα σε αυτή τη νομοθεσία, τα εσωτερικά δικαστήρια απαγόρευσαν από το προσφεύγον σωματείο την έκθεση του επίδικου πίνακα καθώς έκριναν ότι προσέβαλε την δημόσια εικόνα του κ. Meischberger. Γι' αυτό το Δικαστήριο αποδέχεται ότι το επιβαλλόμενο μέτρο αποσκοπούσε στην προστασία των “δικαιωμάτων των άλλων”.

30. Η Κυβέρνηση περαιτέρω επικαλέστηκε το νόμιμο στόχο της προστασίας των δημοσίων ηθών.

31. Το Δικαστήριο σημειώνει ωστόσο ότι ούτε το κείμενο της παραπάνω νομοθεσίας, ούτε οι λόγοι για τους οποίους εκδόθηκαν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις αναφέρονται σε αυτόν τον στόχο. Γι' αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι οι Αυστριακές αρχές με τη απαγόρευση της έκθεσης του επίδικου πίνακα επιδίωκαν άλλο στόχο από την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων του κ. Meischberger. Συνακόλουθα, απορρίπτεται το επιχείρημα της Κυβέρνησης ότι η παρέμβαση αποσκοπούσε στο νόμιμο στόχο της προστασίας των δημοσίων ηθών.

32. Όσον αφορά την αναγκαιότητα της παρέμβασης, το Δικαστηρίο σημειώνει γενικά ότι ο πίνακας, στην αρχική του κατάσταση, εικόνιζε τον ξκ. Meischberger με έναν μάλλον εξωφρενικό τρόπο, δηλαδή γυμνό κι εμπλεκόμενο σε σεξουαλικές δραστηριότητες. Ο κ. Meischberger ένας πρώην γενικός γραμματέας του Αυστριακού Κόμματος Ελευθερίας και μέλος του κοινοβουλίου κατά τον επίδικο χρόνο, παρουσιάστηκε σε περιπτύξεις με άλλα τρία γνωστά μέλη του κόμματός του, ανάμεσα στα οποία και ο κ. Jörg Haider, ο οποίος ήταν τότε ο αρχηγός του κόμματος ενώ μετά ίδρυσε ένα άλλο κόμμα.

33. Ωστόσο, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο πίνακας χρησιμοποίησε μόνο φωτογραφίες των κεφαλιών των προσώπων, τα μάτια τους ήταν καλυμμένα με μαύρες κορδέλες και τα σώματά τους ήταν ζωγραφισμένα με αντιρεαλιστικό και υπερβολικό τρόπο. Αποτελεί κοινό τόπο των εσωτερικών δικαστηρίων όλων των βαθμών ότι η πίνακας προδανώς δεν αποσκοπούσε στην αναπαράσταση της πραγματικότητας. Η Κυβέρνηση, με τους ισχυρισμούς της, δεν επικαλέστηκε κάτι άλλο. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η απεικόνιση αποτελούσε μια καρικατούρα των προσώπων που αφορούσε, με χρήση σατιρικών στοιχείων. Σημειώνει ότι η σάτιρα είναι μια μορφή καλλιτεχνικής έκφρασης και κοινωνικού σχολιασμού και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της υπερβολής και της στρέβλωσης της πραγματικότητας, αποσκοπεί κανονικά στο να προκαλέσει και να ξεσηκώσε. Συνακόλουθα, κάθε παρέβαση στο δικαίωμα του καλλιτέχνη σε μια τέτοια έκφραση θα πρέοει να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή.

34. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο πίνακας δεν θα μπορούσε να νοηθεί ως περιέχων λεπτομέρειες για την ιδιωτική ζωή του κ. Meischberger, αλλά περισσότερο αφορούσε την δημόσια εικόνα του κ. Meischberger ως πολιτικού του FPÖ. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι αυτή η ιδιότητα επέβαλε στον κ. Meischberger μια μεγαλύτερη ανεκτικότητα και σεβασμό στις επικρίσεις (βλ. Lingens κατά Αυστρίας, απόφαση της 8 Ιουλίου 1986, Συλλογή A αρ. 103, σελ. 26, § 42). Το Δικαστήριο δεν βρίσκει αβάσιμη την θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι αυτή η σκηνή στην οποία εικονιζόταν ο κ. Meischberger θα μπορούσε να νοηθεί ως ένα είδος αντεπίθεσης στο Αυστριακό Κόμμα Ελευθερίας τα μέλη του οποίου είχαν επικρίνει έντονα το έργο του ζωγράφου.

35. Επιπλέον το Δικαστήριο παρατηρεί ότι πέρα από τον κ. Meischberger το έργο έδιεχνε μια σειρά 33 προσώπων, κάποιων από τα οποία ιδιαίτερα γνωστών στο Αυστριακό κοινό, που όλα παρουσιάζονται με τον τρόπο που εκτέθηκε ανωτέρω. Πέρα από τον Jörg Haider και τον ίδιο το ζωγράφο, παρουσιαζόταν η Μητέρα Τερέζα και ο Αυστριακός καρδινάλιος Hermann Groer. Ο πίνακας επίσης περιείχε τον επίσκοπό Kurt Krenn, τον αυστριακό συγγραφέα Peter Turrini και τον διευθυντή του Δημοτικού Θεάτρου της Βιέννης , Claus Peymann. Ο κ. Meischberger που κατά τη διάρκεια των γεγονότων ήταν ένα απλό μέλος της Βουλής, σίγουρα ήταν ένα από τα λιγότερα γνωστά πρόσωπα του πίνακα και σήμερα, έχοντας αποσυρθεί από την πολιτική, είναι ελάχιστα αναγνωρίσιμος από το κοινό.

36. Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, πριν ακόμη ο κ. Meischberger κινήσει νομικές διαδικασίες, το μέρος του πίνακα που τον εικονίζει καταστράφηκε έτσι ώστε το κυρίως προσβλητικό μέρος που έδειχνε το σώμα του να έχει καλυφθεί από κόκκινη μπογιά. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, μετά από αυτό το γεγονός, η απεικόνιση του κ .Meischberger ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι ήταν ακόμη αναγνωρίσιμος, ένα ζήτημα που έλαβε αντιφατικές τοποθετήσεις από τα Αυστριακά δικαστήρια, είχε αποκρυβεί αν όχι εντελώς εκλείψει, σε σχέση με τις απεικονίσεις των άλλων, πιο γνωστών, προσώπων που ακόμη είναι πλήρως ορατά στο έργο.

37. Το Δικαστήριο σημειώνει τέλος ότι η απαγόρευση των Αυστριακών δικαστηρίων δεν περιείχε κάποιον χρονικό ή τοπικό περιορισμό. Δεν κατέλιπε έτσι στο προσφεύγον σωματείο, το οποίο διαχειρίζεται μια από τις πιο γνωστές γκαλερί της Αυστρίας, με ειδίκευση στη σύγχρονη τέχνη, την δυνατότητα να εκθέσει τον πίνακα, ακόμη και σε τόπο όπου ο κ. Meischberger δεν θα ήταν γνωστός ή ακόμη γνωστός στο μέλλον.

38. Συνολικά, έχοντας σταθμίσει τα προσωπικά συμφέροντα του κ. Meischberger και λαμβάνοντας υπόψη την καλλιτεχνική και σατιρική φύση της απεικόνισής του, καθώς και της επίπτωσης του εν λόγω μέτρου εις βάρος του προσφεύγοντος σωματείου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απαγόρευση των Αυστριακών δικαστηρίων ήταν δυσανάλογη προς τον σκοπό που επιδίωκε και γι' αυτό μη αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, κατά την έννοια του Άρθου 10 § 2 της Σύμβασης.

39. Συνεπώς, παραβιάστηκε το Άρθρο 10 της Σύμβασης.

II. ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 41 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

40. Το Άρθρο 41 της Σύμβασης προβλέπει:

Εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπήρξε παραβίαση της Σύμβασης ή των Πρωτοκόλλων της και εάν το εσωτερικό δίκαιο του Υψηλού Συμβαλλόμενου Μέρους επιτρέπει μόνον μερική επανόρθωση, το Δικαστήριο εάν το κρίνει αναγκαό θα επιδικάσει δίκαιη ικανοποίηση για το θιγόμενο διάδικο.”

A.Ζημία

41. Όσον αφορά την περιουσιακή ζημία, το προσφεύγον σωματείο αξιώνει […] για αποζημίωση και […] για τα δικαστικά έξοδα που υποχρεώθηκε να καταβάλει στον κ. Meischberger κατά τις εσωτερικές διαδικασίες. Και τα δύο ποσά περιλαμβάνουν Φ.Π.Α. Περαιτέρω αξιώνει […], συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. για τα έξοδα δημοσίευσης αποσπασμάτων της απόασης. Τέλος αξιώνει αποζημίωση 2.200 ευρώ για συμπληρωματικά διοικητικά έξοδα κατά τη διάρκεια των εσωτερικών διαδικασιών.

42. Για μη περιουσιακή βλάβη, το προσφεύγον σωματείο αξιώνει 70.000 ευρώ.

43. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι συμπληρωματικές διοικητικές δαπάνες ήταν άσχετες και ότι δεν υπήρχε αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα σε αυτό το ποσό και την διαπιστωθείσα παραβίαση. Η αξίωση για μη περιουσιακή βλάβη ήταν υπερβολική και σε κάθε περίπτωση η διαπίσωση της παραβίασης θα αποτελουσε επαρκή ικανοποίηση.

44. Όσον αφορά την περιουσιακή ζημια, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει άμεσος σύνδεσμος ανάμεσα στις αξιώσεις του προσφεύγοντος σωμαείο και στις δαπάνες που υποχρεώθηκε να καταβάλει στον κ. Meischberger κατά τις εσωτερικές διαδικασίες, τις δαπάνες για την δημοσίευση της απόφασης και την παραβίαση του Αρθρου 10 που διαπιστώθηκε στην παρούσα υπόθεση. Γι' αυτό το Δικαστήριο επιδικάζει το πλήρες ποσό του εν λόγω κονδυλίου, ήτοι 12.286,74 ευρώ. Ωστόσο, η προσφυγή του σωματείο αφορούσε μόνο την απαγόρευση της περαιτέρω έκθεσης του πίνακα. Γι' αυτό το Δικαστήριο δεν βρίσκει αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στο αίτημα του σωματείου όσον αφορά την αποζημίωση που κατέβαλε και στην παραβίαση που διαπιστώθηκε. Το Δικαστήριο εξετάζει την αξίωση για συμπληρωματικά διοικητικά έξοδα υπό το κονδύλιο των εξόδων. Όσον αφορά το αίτημα για μη περιουσιακή βλάβη, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις συγκεκριμένες περιπστάσεις, η διαπίστωση της παραβίασης αποτελεί από μόνη της επαρκή δίκαιη ικανοποίηση.

B. Έξοδα και δαπάνες

45. Το προσφεύγον σωματείο αξιώνει την αποζημίωση εξόδων κατά τις εσωτερικές διαδικασίες υψους 12.950 ευρώ και 8.984,04 ευρώ για τις διαδικασίες ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στα δύο ποσά περιλαμβάνεται Φ.Π.Α. υπολογιζόμενος βάσει των εσωτερικών νομοθετικών ποσοστών.

46. Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτές οι αξιώσεις είναι υπερβολικές και επισήμανε ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από εσωτερικά ποσοστά και πρακτικές. Περαιτέρω, το αντιείμενο ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν σχεδόν το ίδιο με αυτό ενώπιον των εσωτερικών δικαστηρίων και δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη προετοιμασία.

47. Το Δικαστήριο θεωρεί όσον αφορά τις εσωτερικές διαδικασίες ότι τα έξοδα για την νομική εκπροσώπηση του προσφεύγοντος όντως κατεβλήθησαν. Γι' αυτό επιδικάζει το πλήρες ποσό των 12.950,156 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., για έξοδα του προσφεύγοντος ενώπιον των εθνικών δικαστηρίωμ. Όσον αφορά τα πρόσθετα διοικητικά έξοδα (βλ. Ανωτ. Υπό 44), το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το ποσφεύγον δεν υπέβαλε υποστηρικτικά έγγραφα όπως επιβάλλεται από τον Κανόνα 60 του Κανονισμού του Δικαστηρίου. Γι΄αυτό απορρίπτει την αξίωση ως αναπόδεικτη.

48. Όσον αφορά τα έξοδα του προσφεύγοντος σωματείου για τις διαδικασίες σύμφωνα με τη Σύμβαση, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι δεν δεσμεύετι από εσωτερικά ποσοστά και πρακτικά, αν και αντλεί κάποια βοήθεια από αυτές (βλ. από την πάγια νομολογία, Tolstoy Miloslavsky κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση της 13 Ιουλίου 1995, Συλλογή A αρ. 316, σελ. 83, § 77, και Baskaya και Okçuoglu κατά Τουρκίας , αρ. 23536/94 και 24408/94, § 98, EΔΔΑ 1999-IV).Αποφασίζοντας σε αντίστοιχη βάση και λαμβάνοντας υπόψη αντίστοιχες υποθέσεις, το Δικαστήριο επιδικάζει στο προσφεύγον σωματείο 3.000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. υπ΄αυτό το κονδύλιο. Ως εκ τούτου επιδικάζει το σύνολο των 15.950,16 ευρώ υπό το κονδύλιο των εξόδων και δαπανών.


Γ. Επιτόκιο

49. Το Δικαστήριο θεωρεί ορθό ο τόκος να βασιστεί στο κιμαινόμενο δικαιοπρακτικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξανόμενο κατά τρεις προσοστιαίες μονάδες.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

1. Κρίνει με τέσσερισ ψήφους έναντι τριών ότι παραβιάστηκε το Άρθρο 10 της Σύμβασης.


2. Κρίνει με τέσσερις ψήφους έναντι τριών ότι η διαπίστωση της παραβίασης αποτελεί από μόνη της δίκαιη ικανοποίηση για την μη περιουσιακή βλάβ που υπέστη το προσφεύγον σωματείο.


3. Κρίνει με τέσσερις ψήφους έναντι τριών

(α) ότι το υπόλογο κράτος πρέπει να καταβάλει στο προσφεύγον σωματείο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση θα καταστεί τελική και υπό τους όρους του άρθρου Article 44 § 2 της Σύμβασης, τα παρακάτω ποσά:

(i) 12.286 ευρώ (δώδεκα χιλιάδες διακόσια ογδόντα έξι ευρώ και εβδομήντα τέσσερα λεπτά), συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Για περιουσιακή ζημία.

(ii) 15.950,16 (δεκαπέντε χιλιάδες εννεακόσια πενήντα ευρώ και δεκαέξι λεπτά ), συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. για έξοδα και δαπάνες.

(β) ότι από την εκπνοή του ανωτέρω τριμήνου μέχρι την καταβολή θα καταβάλλεται τόκος ανερχόμενος στο ποσοστό του κιμαινόμενου δικαιοπρακτικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξανόμενο κατά τρεις ποσοστιαίες μονάδες.


4.Απορρίπτει με τέσσερις ψήφους έναντι τριών το αίτημα περί δίκαιης ικανοποίησης.


Συντάχθηκε στην Αγγλική γλώσσα και κοινοποιήθηκε εγγράφως την 25η Ιανουαρίου 2007, σύμφωνα με τον Κανόνα 77 §§ 2 και 3 των Κανονισμών του Δικαστηρίου

Søren Nielsen Χρίστος Ροζακησ
Γραμματέας Πρόεδρος


Σύμφωνα με το Άρθρο 45 § 2 της Σύμβασης και τον Κανόνα 74 § 2 του Κανονισμού του ΔΙκαστηρίου, συνάπτονται στην παρούσα απόφαση οι παρακάτω μειοψηφούσες γνώμες:

(α)Μειοψηφούσα γνώμη του κ. Λουκαϊδη.

(β) Κοινή μειοψηφούσα γνώμη του κ. Spielmann και του κ. Mr Jebens.

Προσβολή πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο

Στο νομοσχέδιο που κατατέθηκε στην Βουλή σχετικά με τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κ.τ.λ. υπά...