Κυριακή, Απριλίου 29, 2007

Κάμερες παρακολούθησης τηγανητής πατάτας

Χτες ήμασταν με μια παρέα σε ένα εστιατόριο, στο οποίο υπήρχε μια μεγάλη οθόνη από την οποία μπορούσες να παρακολουθείς την προετοιμασία του φαγητού σου, στην κουζίνα. Το μενού μάλιστα παρότρυνε τους πελάτες να δουν την προετοιμασία του φαγητού τους live. Ενώ χαζεύαμε την οθόνη, επέστησα την προσοχή των φίλων στις σχεδόν κρυφές κάμερες που επιτηρούσαν και το κυρίως μέρος του εστιατορίου και τους είπα ότι όπως εμείς βλέπουμε τους εργαζόμενους και γελάμε, δεν αποκλείεται κι εκείνοι (ή άλλοι) να γελούν βλέποντας εμάς.
Αναρωτιόμουν αν είναι θεμιτή αυτή η "ατραξιόν".
Σύμφωνα με την Οδηγία 1122/2000 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα:
"1. Η λήψη και επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης που λειτουργεί μονίμως, συνεχώς ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα δεν επιτρέπεται, διότι προσβάλλει την προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή του ατόμου.
2. Κατ΄ εξαίρεση, τέτοιου είδους λήψη ( μόνιμη, συνεχής ή κατά τακτά χρονικά διαστήματα ) και επεξεργασία είναι νόμιμη, χωρίς τη συγκατάθεση του υποκειμένου, υπό τις προϋποθέσεις του ν.2472/1997, εφ΄ όσον ο σκοπός της επεξεργασίας είναι η προστασία προσώπων ή αγαθών ή η ρύθμιση της κυκλοφορίας."
Οπότε το θέμα είναι κατά πόσον ο σκοπός αυτής της κάμερας είναι η "προστασία αγαθών". Θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι σημαντικό να υπάρχει διαφάνεια γιατί ο καταναλωτής ενημερώνεται άμεσα για το τι θα φάει. Βέβαια υπάρχουν και οι αγορανομικοί κανόνες που δεσμεύουν ούτως ή άλλως το κατάστημα σχετικά με τα προετοιμαζόμενα γεύματα.
Από την άλλη, χρειάζεται να καταγράφονται τα πρόσωπα και των εργαζομένων; Σύμφωνα με μια άλλη Οδηγία της Αρχής (115/2001), η χρήση βιντεοεπιτήρησης στο χώρο της εργασίας πρέπει να είναι απολύτως περιορισμένη στο μέτρο του αναγκαίου. Κατά την ίδια Οδηγία, ακόμη και όταν υπάρχει συγκατάθεση του εργαζομένου, αυτή δεν νομιμοποιεί την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, γιατί θεωρείται ότι εξ ορισμού η συγκατάθεση που παρέχει ένας εργαζόμενος στον εργοδότη του δεν είναι "ελεύθερη", αφού αν την αρνηθεί ενδεχομένως να έχει αρνητικές επιπτώσεις κατά την εκτέλεση της εργασίας και εν γένει της εργασιακής σχέσης.
Θα μπορούσε κάποιος να πει "μα δεν είναι το ίδιο με το να έχεις την κουζίνα στο κέντρο του καταστήματος και να παρακολουθείς την προετοιμασία του φαγητού;" Εδώ πια είναι ένα θέμα αρχής. Που λέει ότι στην live εκδοχή του αυτό το πείραμα δεν περιλαμβάνει συλλογή, επεξεργασία και μετάδοση πληροφοριών που αναφέρονται σε φυσικά πρόσωπα (προσωπικά δεδομένα). Και ότι κάθε τέτοια συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ακόμη κι αν δεν συνεπάγεται συγκεκριμένες αρνητικές συνέπειες για το άτομο, όσο ακίνδυνη κι αν είναι, υπόκειται εξ ορισμού σε συγκεκριμένους δεσμευτικούς κανόνες.
Και στο κάτω-κάτω, τι να την κάνω την "διαφάνεια" στην κουζίνα, αν το φαγητό τελικά δεν είναι νόστιμο;

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2007

Σεμινάρια προστασίας προσωπικών δεδομένων



Σήμερα, στην αίθουσα τελετών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (στη Ακαδημίας) , ώρα 16.00-18.00 είμαι εισηγητής σε ένα σεμινάριο για την προστασία προσωπικών δεδομένων.

Το σεμινάριο απευθύνεται κυρίως σε νομικούς και έχει τίτλο "Η εφαρμογή του Ν.2472/1997 στη δικηγορική πράξη".

H εισήγησή μου αφορά κυρίως ποια προσωπικά δεδομένα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μία δίκη και με ποιους όρους. Περιλαμβάνει ανάλυση αποφάσεων των δικαστηρίων και της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.

Η είσοδος είναι φυσικά ελεύθερη.

Θα ακολουθήσουν άλλα δύο σεμινάρια:

στις 3/5, ίδιες ώρες-ίδιος τόπος με θέμα "Διασυνοριακή διαβίβαση προσωπικών δεδομένων και δικηγορικές εφαρμογές" με εισηγητές τον κ. Ευάγγελο Παπακωνσταντίνου, δικηγόρο της PKPartners κι εμένα και

στις 10/5, με θέμα "Προστασία προσωπικών δεδομένων στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και δικηγορικές εφαρμογές" με εισηγητές τον κ. Γρηγόρη Τσόλια, δικηγόρο της ΑΔΑΕ κι εμένα.

Σάββατο, Απριλίου 21, 2007

Πρόστιμο 3.000 ευρώ για απώλεια δεδομένων από σκληρό δίσκο


"Δεδομένου ότι ο σκληρός δίσκος ενός υπολογιστή ενδέχεται να περιέχει και προσωπικά δεδομένα, όταν λόγω βλάβης πρόκειται να αντικατασταθεί και στη συνέχεια να διαβιβασθεί στην κατασκευάστρια εταιρεία επιβάλλεται η διαγραφή των δεδομένων αυτών παρουσία του ιδιοκτήτη του υπολογιστή ή η επιβεβαίωση ότι η ανάκτηση τους είναι πρακτικώς αδύνατη ή εναλλακτικά ότι ο χαλασμένος δίσκος να παραμένει στην κατοχή του πελάτη εφόσον αυτός επιθυμεί να καταβάλλει το κόστος του νέου σκληρού δίσκου. Σε κάθε περίπτωση, ο πελάτης θα πρέπει να ενημερώνεται και να αποφασίζει στα πλαίσια της εγγύησης για την επεξεργασία που θα τύχουν τα δεδομένα του που βρίσκονται στον προς αντικατάσταση σκληρό δίσκο." (ΑΠΔΠΧ 17/2007)

Με αυτό το σκεπτικό η Αρχή επέβαλε πρόστιμο 3.000 ευρώ σε μία εταιρία, επειδή κατά την επισκευή ενός φορητού υπολογιστή αντικατέστησε τον χαλασμένο σκληρό δίσκο με νέο (στο πλαίσιο της εγγύησης) και απέστειλε τον αρχικό δίσκο στον προμηθευτή των υπολογιστών στην Ιταλία "χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και συγκατάθεση των ιδιοκτητών", χωρίς προηγούμεενη διαγραφή των δεδομένων που είχαν καταχωρηθεί σ' αυτόν. Οι καταγγέλλοντες ζήτησαν αποστολή του αρχικού δίσκου πίσω, από την τεχνική υποστήριξη, με δική τους χρέωση. Το οποίο δεν έγινε
Η εταιρία ανέφερε ενώπιον της Αρχής ότι η αντικατάσταση ανταλλακτικών σε μηχανές οι οποίες καλύπτονται με εγγύηση δεν προϋποθέτει τη συγκατάθεση του πελάτη και τα ανταλλακτικά τα οποία αντικαθίστανται περιέρχονται στην κυριότητα του κατασκευαστή του μηχανήματος.
Το πρόστιμο επιβλήθηκε επειδή "oι καταγγέλλοντες δεν ενημερώθηκαν για την επεξεργασία που θα τύχουν τα δεδομένα του σκληρού δίσκου κατά την επισκευή του φορητού υπολογιστή και στη συνέχεια να αποφασίσει για την αντικατάσταση του δίσκου και κατ’ επέκταση για την απώλεια των προσωπικών δεδομένων του ή την επιστροφή του δίσκου με καταβολή του αντιτίμου του."

www.dpa.gr

Με την απόφαση αυτή, η Αρχή, για ακατανόητους λόγους, μπαίνει στα χωράφια του δικαίου της πώλησης και δη της εγγύησης στην πώληση ηλεκτρονικών υπολογιστών και δημιουργεί τον εξής τραγέλαφο:
Ενώ η συγκεκριμένη εγγύηση έλεγε ότι σας βάζουμε νέο δίσκο και κρατάμε τον παλιό, η Αρχή λέει ότι έπρεπε να γίνει το εξής:

(α) σβήνουμε τα δεδομένα από το δίσκο μπροστά στον πελάτη (αυτό το "μπροστά στον πελάτη" από ποιον ακριβώς νόμο προέρχεται; Πρέπει δηλαδή εγώ να είμαι μπροστά στον κάθε τεχνικό που θα κάνει τη δουλειά του κλπ, αντί να αφήσω το μηχάνημα και να φύγω ή ακόμη καλύτερα αντί να το στείλω με κούριερ στην τεχνική υποστήριξη;)

ή

(β) ειδοποιείται από την αρχή ο πελάτης ότι η ανάκτηση θα είναι αδύνατη (αυτό είναι το μόνο σωστό)

ή

(γ) ο παλιός δίσκος μένει στον πελάτη, αλλά τότε αυτός καταβάλει το κόστος του νέου δίσκου - οπότε είτε έχω εγγύηση είτε όχι θα τα σκάσω!

Αφού έχει καταργήσει λοιπόν την έννοια της εγγύησης, η Αρχή επιβάλλει πρόστιμο για "επεξεργασία χωρίς συγκατάθεση και χωρίς ενημέρωση", ενώ το πρόβλημα εδώ ήταν ότι ο αρχικός δίσκος παρέμεινε στην κατοχή της μητρικής εταιρίας και δεν επιστράφηκε! Δηλαδή, αντί να επιβάλει την επιστροφή των δεδομένων (που μπορεί να την διατάξει κατά το άρθρο 21 του Ν.2472/1997), η Αρχή επιβάλει κύρωση για άσχετους λόγους, καταργώντας, ενδιαμέσως και την έννοια της εγγύησης!

Επιπλέον, η απόφαση είναι εντελώς έωλη γιατί αναφέρεται αορίστως σε προσωπικά δεδομένα που "ενδέχεται" να υπήρχαν στον χαλασμένο σκληρό δίσκο, χωρίς να αναφέρεται αν όντως υπήρχαν τέτοια δεδομένα και εν πάσει περιπτώσει ποια ήταν αυτά. Και πως συντέλεσε η βαρύτητα αυτών των δεδομένων στο να επιβληθεί ολόκληρο πρόστιμο 3.000 ευρώ στην εταιρία (όσα δηλαδή επέβαλε και στην Αστυνομία για την παράνομη λειτουργία των ... καμερών!). Και τι κίνδυνος υπάρχει, εν πάσει περιπτώσει, για τα προσωπικά δεδομένα ενός έλληνα που περιέχονται σε έναν χαλασμένο σκληρό δίσκο στα συρτάρια μιας ιταλικής εταιρίας;

Είναι ξεκάθαρο ότι με αυτήν την απόφαση, η Αρχή επιχειρώντας να επέμβει σε έναν τομέα εκτός της αρμοδιότητάς της, γιατί δεν είναι Συνήγορος του Καταναλωτή, και εν πάσει περιπτώσει δεν διαπίστωσε καν αν υπάρχουν προσωπικά δεδομένα σε αυτόν τον περίφημο χαλασμένο δίσκο (αφού ήταν χαλασμένος εξ αρχής), γέννησε ένα ποντίκι.

Αξίζει τον κόπο να προσβληθεί αυτή η απόφαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας γιατί θα έχει πολύ ενδιαφέρον τι θα πει το ανώτατο δικαστήριο σχετικά με την αρμοδιότητα της Αρχής σε τέτοιες υποθέσεις.






Τετάρτη, Απριλίου 18, 2007

Ευρωπαϊκό Δικαστήριο: παράνομη η παρακολούθηση υπολογιστή εργαζομένου

Το 1991 η κ. Copland εργαζόταν στο Carmarthenshire College, ένα νομικό πρόσωπο κρατικής διαχείρισης. Το 1995 έγινε προσωπική βοηθός του Διευθυντή του College και από το τέλος του 1995 της ζητήθηκε να συνεργαστεί με τον διορισμένο αναπληρωτή Διευθυντή.

Επικαλούμενη το άρθρο 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της ανταπόκρισης) και του άρθρου 13 (αποτελεσματική δικαστική προστασία), η κ. Copland ισχυρίστήκε ότι κατά τη διάρκεια της εργασίας της στο College, το τηλέφωνο, το e-mail και η πλοήγησή της στο internet παρακολουθείτο κατ' εντολή του αναπληρωτή Διευθυντή.


Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η συλλογή και αποθήκευση προσωπικών πληροφοριών που αφορούν την κ. Copland, κατά την χρήση τουτηλεφώνου, του e-mail και του internet συνιστά παρέμβαση στο δικαίωμά της για σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της επικοινωνίας και ότι η παρέμβαση δεν ήταν "σύμφωνη με το νόμο", καθώς δεν υπήρξε εσωτερικό δίκαιο κατά την επίδικη περίοδο που να διέπει την παρακολούθηση. Καθώς το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι μερικές φορές μπορεί να είναι νόμιμο για έναν εργοδότη να παρακολουθεί και να ελέγχει τη χρήση τηλεφώνου και internet απο έναν εργαζόμενο, κατά την παρούσα υπόθεση δεν απαιτείτο να καθορίσει εάν η παρέμβαση ήταν "αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία". Το Δικαστήριο έκρινε γι' αυτό, ομόφωνά, ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 και ότι δεν ήταν απαραίτητο να ερευνηθεί η υπόθεση υπό το φως του άρθρου 13. Επιδίκασε στην κ. Copland 3.000 ευρώ για ηθική βλάβη και 6.000 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.
Σημαντικό είναι ότι στην απόφαση αναφέρεται πως η ίδια η αποθήκευση των δεδομένων, ανεξάρτητα από την περαιτέρω χρήση τους (π.χ. για πειθαρχικούς σκοπούς) αποτελεί παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή.

Τρίτη, Απριλίου 17, 2007

Γιατί διαφωνώ με τη συλλογή υπογραφών για το blogme

Πρώτα από όλα, να διευκρινίσω ότι δεν συμμερίζομαι τη "βεβαιότητα" που επιδεικνύουν ορισμένοι bloggers ως προς την υπόθεση και τα στοιχεία της.

Το θέμα, κατά τη γνώμη μου, εντοπίζεται στα εξής στοιχεία:

1) Δεν υπάρχουν προσδιοριστικά στοιχεία του funel στην ιστοσελίδα του, άρα ο μηνυτής δεν μπορεί να στραφεί εναντίον του funel ποινικά.
2) Δεν νομιμοποιείται να ζητήσει άρση του απορρήτου ώστε να εντοπιστεί ο funel, επειδή ο νόμος δεν επιτρέπει άρση απορρήτου για πλημμελήματα όπως η εξύβριση.
3) Ψάχνει κάποιον άλλο που συμμετέχει στην πράξη της εξύβρισης και που δηλώνει τα στοιχεία του στην ιστοσελίδα του.
4) Βρίσκει τον Τσιπρόπουλο, ο οποίος έχει λινκ στον funel και έχει και στοιχεία, οπότε μπορεί να μηνυθεί.

Το γεγονός του αν όντως πρόκειται για εξύβριση ή απλή σάτιρα θα λυθεί από το δικαστήριο.

Το ότι όμως καθένας έχει δικαίωμα να κάνει μήνυση και να ζητήσει δικαστική προστασία όταν θεωρεί ότι προσβάλλεται, σαφώς και δεν πρέπει να περιορίζεται. Η δικαστική προστασία είναι και αυτή συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 Σ.) όπως και η ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 14Σ).

Τα ερωτήματα που τίθενται είναι:

α) μας αρκεί αυτή η πρακτική προστασίας του θιγόμενου; Ανεχόμαστε ένας τρίτος να πληρώνει και να ταλαιπωρείται επειδή κάποιος επέλεξε να σατιρίζει (ή να προσβάλλει, θα το κρίνει το δικαστήριο) ανώνυμα;

β) μήπως θα έπρεπε να αλλάξει το νομικό πλαίσιο ώστε να επιτρέπεται άρση του απορρήτου και για τις περιπτώσεις προσβολών της τιμής μέσω διαδικτύου;

ή

γ) μήπως θα πρέπει να ακολουθηθεί απλώς η δομή της πυραμιδωτής ευθύνης όπως στην έντυπη δημοσιογραφία που αν δεν υπάρχει επώνυμος συντάκτης ευθύνονται επάλληλα πρόσωπα που βρίσκονται πλησιέστερα στην ιδιοκτησία του μέσου;

Απλώς διευκρινίζω ότι οι παραπάνω είναι οι εκδοχές και δεν νομίζω ότι υπάρχουν άλλες.


Περαιτέρω:

Η έννοια του link (και η ευθύνη που αυτή συνεπάγεται)

Το link δεν είναι ίσης δυναμικής, ούτε ίδιας διακινδύνευσης με την απλή παραπομπή σε ένα έντυπο κείμενο. Γιατί με την παραπομπή που υπάρχει π.χ. σε ένα βιβλίο πρέπει να βγεις έξω και να ψάξεις το βιβλίο. Με το link όμως, έχεις την άμεση δυνατότητα να μεταβείς αμέσως στο ίδιο το περιεχόμενο του παραπεμπόμενου κειμένου. Γι΄ αυτό το link είναι διαφορετικής τάξης και επικινδυνότητας επιλογή του συντάκτη ενός άρθρου και του κατόχου μιας ιστοσελίδας. Δεν αποτελεί απλώς "αναφορά", αποτελεί έτοιμη δίοδο άμεσης μετάβασης σε ένα περιεχόμενο. Τοποθετώντας το link στο κείμενό σου, δεν σημαίνει βέβαια πως αποδέχεσαι το περιεχόμενο του παραπεμπόμενου κειμένου, ώστε να θεωρείσαι συμμέτοχος στο αδίκημα λ.χ. της εξύβρισης . Η δική σου στάση θα κριθεί επί τη βάσει του συνολικού σου context. Οπωσδήποτε, η σιωπή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απαλλάσσει τον παραπέμποντα, αφού κατά το ποινικό δίκαιο η παράλειψη ισοδυναμεί με πράξη.

Έχει κριθεί από τα δικαστήρια ότι λ.χ. παρουσιαστής δελτίου ειδήσεων ή άλλης εκπομπής που αφήνει κάποιον καλεσμένο να μιλάει ακατάσχετα προσβάλλοντας την προσωπικότητα άλλων, από τη στάση του, η οποία σημαίνει αποδοχή και έγκριση, είναι συνυπεύθυνος ως συμμέτοχος στο αδίκημα.

Επομένως, δεν μπορούμε να πούμε ότι το link, όταν δεν συνοδεύεται από άλλες ενδείξεις και προειδοποιήσεις είναι "αθώο". Ούτε βέβαια ότι συνιστά "προληπτική λογοκρισία" η υποχρέωση του κάθε συντάκτη να ελέγχει που παραπέμπει το κάθε link και να διαχωρίζει τη θέση του από το περιεχόμενό του, αν είναι υβριστικό κλπ. Είναι στοιχειώδεις κανόνες που δεσμεύουν οποιονδήποτε γράφει δημόσια.

Ως προς το RSS

Υποστηρίζεται ότι ο μηχανισμός του RSS αποτελεί μια απλή βιβλιοθήκη, έναν κατάλογο από links, ο κάτοχος του οποίου δεν είναι δυνατόν να ελέγχει το περιεχόμενο κλπ. Έχει όμως την ευθύνη περί του ποια μπλογκς θα αναμεταδίδει, έτσι δεν είναι; Δεν είναι συνειδητή η επιλογή του να επιλέξεις ένα μπλογκ το οποίο είναι αποκλειστικά αφιερωμένο στην σάτιρα ενός συγκεκριμένου προσώπου; Αν επρόκειτο για ένα blog το οποίο δεν χαρακτηριζόταν από τέτοια επικέντρωση στον σατιριζόμενο, αλλά απλώς έτυχε ένα κείμενό του να ήταν πιο προσβλητικό, ο ισχυρισμός ότι είναι αθώο το RSS θα ήταν πιο βάσιμος. Εδώ είναι ξεκάθαρη η επιλογή του RSS ότι "θέλω να έχω το συγκεκριμένο σατιρικό blog στη λίστα μου". Με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για την ευθύνη του RSS.

Κατά τη γνώμη μου, το θεσμικό πλαίσιο δεν είναι καθόλου επαρκές στα θέματα της ευθύνης των bloggers.

Είναι ξεκάθαρο ότι, χωρίς να αναφέρομαι στη συγκεκριμένη υπόθεση, υπάρχει η πραγματική δυνατότητα να κατασυκοφαντείται κάποιος, χωρίς να έχει την παραμικρή νομική δυνατότητα να εντοπιστεί ο αρχικός δράστης. Αυτό κατά τη γνώμη μου, δεν συνιστά επάρκεια δικαίου.

(Προσοχή: δεν είπα ότι πρέπει να καλυφθεί το κενό, απλώς το εντοπίζω.Άλλωστε είναι γνωστό ότι είμαι υπέρ της αυτορρύθμισης και όχι υπέρ της νομοθεσίας σε αυτά τα θέματα).

Επίσης, η υπόθεση Τσιπρόπουλου έλαβε διαστάσεις για δύο λόγους:
α) για την σύλληψη με τη διαδικασία του αυτοφώρου,
β) επειδή ο Τσιπρόπουλος δεν είναι ο ίδιος ο συντάκτης, αλλά κυρίως
γ) επειδή η πλειοψηφία θεωρεί ότι δεν έχει συντελεστεί εξύβριση του Λιακόπουλου από το funel.

Αυτή η τελευταία πεποίθηση βασίζεται εν πολλοίς στην αρνητική γνώμη που υπάρχει για τον Λιακόπουλο, για την αισθητική του, για τις ακραίες ιδέες του κλπ. Και εδώ, βεβαίως υπάρχει το λάθος: η νομιμότητα και τα δικαιώματα δεν έχουν σχέση με την αισθητική. Η κακή αισθητική δεν παρέχει δικαιώματα "αυτοδικίας".


Το να μη σου αρέσει ο Λιακόπουλος επειδή κατά τη γνώμη σου εκπροσωπεί ένα σύνολο ιδεολογημάτων που αποστρέφεσαι είναι δικαίωμά σου.

Το να τον σατιρίζεις -ακόμη και με κακόγουστο (γνώμη μου) τρόπο- είναι επίσης δικαίωμά σου.

Κανένα από τα δύο δικαιώματα δεν μπορεί να φτάνει έως του:
- να νομιμοποιείται η τυχόν εξύβριση, δηλαδή η υπέρβαση του μέτρου της σάτιρας και
- να μην διώκεται ο δράστης αυτής της εξύβρισης.

Δηλαδή δεν μπορούμε να αξιώνουμε να μη διωχθεί ο δράστης ενός ποινικού αδικήματος επειδή "καλά έκανε και τον έβρισε". Σκεφτείτε ότι σε αυτήν την περίπτωση και πάλι η ελευθερία της έκφρασης είναι που θίγεται: η ελευθερία δηλαδή του να μη σε εξυβρίζουν ατιμώρητα για τις απόψεις που υποστηρίζεις.


Για αυτούς τους λόγους, στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν συμμερίζομαι κινήσεις όπως η συλλογή υπογραφών -που μου θυμίζει Χριστόδουλο- η οποία επιχειρεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου. Και αυτό γιατί με τη συλλογή υπογραφών οι bloggers δεν λειτουργούν ως "συλλογικότητα", δηλαδή με συνείδηση αλληλεγγύης, αλλά ως ομάδα συμφερόντων, interest group, με τη ιδιοτέλεια δηλαδή ενός lobby.

Oύτε συμμερίζομαι και την άποψη του ότι η Δικαιοσύνη δεν είναι σε θέση να κρίνει τέτοια ζητήματα. Γιατί το ζήτημα θα κριθεί ως προς τη νομική και συνταγματική του πλευρά και μόνος αρμόδιος για αυτό είναι ο Δικαστής. Ακόμη κι αν δεν υπάρχει νομικό πλαίσιο θα πρέπει να εντοπίσει τα κενά και να δώσει μια λύση με βάση την αναλογία και την ισότητα. Επίσης υπάρχει πάντοτε το δικαίωμα εξέτασης σε δεύτερο βαθμό, εάν ο δικαστής του πρωτόδικου δικαστηρίου σφάλλει. Υπάρχει ο αναιρετικός έλεγχος του Αρείου Πάγου. Υπάρχει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Υπάρχει ο διάχυτος φόβος ότι η Δικαιοσύνη δεν θα κάνει καλά τη δουλειά της, επειδή δεν θα καταλάβει τη δομή του Διαδικτύου κλπ. Από που ακριβώς πηγάζει αυτός ο φόβος; Υπάρχει αυτή τη στιγμή ένα corpus αποφάσεων ελληνικών δικαστηρίων (και όχι μόνο της Αθήνας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου λ.χ. έλυσε υποδειγματικά μια υπόθεση domain name το 1999) εδώ και αρκετά χρόνια που δείχνει ότι οι δικαστές και τι είναι το Διαδίκτυο γνωρίζουν και το χρησιμοποιούν και οι ίδιοι. Αυτός ο αδικαιολόγητος πεσιμισμός ότι "οι δικαστές δεν ξέρουν", μαζί με την υπόρρητη δοκησισοφία ότι "εμείς όμως ξέρουμε", πηγάζουν απευθείας από μια αφελή και ρομαντική συνάμα ιδεοληψία ότι η ελευθερία της έκφρασης βάλλεται πανταχόθεν, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει άγνοια για το ίδιο το περιεχόμενο της ελευθερίας αυτής.
Δείτε π.χ. την άγνοια για την αστική και ποινική ευθύνη του διαχειριστή ενός RSS, αλλά και για το τι συνιστά η ένθεση ενός link σε ένα κείμενο καθώς και για το τι καλύπτει και τι όχι το νομικό πλαίσιο.

Τα δικαστικά όργανα, αφού δεν υπάρχει αυτορρύθμιση, είναι σε θέση να κρίνουν πολύ πιο αντικειμενικά την υπόθεση από τους ίδιους τους bloggers, οι οποίοι ανακλαστικά και μόνο είναι σχεδόν αυτονόητο ότι θα πάρουν το μέρος του ομοίου τους. Προ-καταδικάζοντας έτσι και για τον μηνυτή, ότι υπέβαλε ψευδή μήνυση, δηλαδή παραβιάζοντας και το δικό του τεκμήριο αθωότητας.

Είμαι βέβαιος ότι αν υπήρχε ένας internet Ombudsman καθολικής αποδοχής και ευρείας αναγνωρισιμότητας, η δράση του αφενός θα απέτρεπε κάποιον να τον παρακάμψει και να στραφεί στα δικαστήρια, ενώ αν το έπραττε, το πόρισμά του θα είχε πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα ως τεκμήριο και ενώπιον του Δικαστηρίου, από ό,τι 10.000 υπογραφές λομπίστικα φερόμενων bloggers που νομίζουν ότι τα ατομικά δικαιώματα σταθμίζονται με βάση τις απόψεις της πλειοψηφίας.

Προσβολή πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο

Στο νομοσχέδιο που κατατέθηκε στην Βουλή σχετικά με τους οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας κ.τ.λ. υπά...